Οι Φόβοι του πρίγκηπα είναι μια από τις αγαπημένες μας μπάντες, η οποία έδρασε την δεκαετία του ’90, την χρυσή δεκαετία του ελληνόφωνου ροκ, και σίγουρα άφησε το στίγμα της ανεξίτηλα στον χώρο αν σκεφτούμε ότι ακόμα και σήμερα τα τραγούδια τους ακούγονται και υπάρχει κοινό που τους ζητάει. Στο άκουσμα ότι ετοιμάζουν ένα reunion συναυλιακό, το Rockap δεν μπορούσε να μείνει έξω από αυτό το γεγονός. Ο Νίκος Γραμμάτος και ο Αντρέας Σεϊντής επικοινώνησαν με τον τραγουδιστή του συγκροτήματος, τον Αντρέα Αλμπάνη και του έθεσαν μερικά ερωτήματα. Βάλτε «φόβους» για ηχητικό background και απολαύστε…

– Τί ξύπνησε μέσα σας και θελήσατε να βρεθείτε και πάλι μαζί «Στην σκηνή», σαν ΦΟΒΟΙ ΤΟΥ ΠΡΙΓΚΗΠΑ;

Πριν από λίγους μήνες, σε μια στιγμή out of the blue, συζητούσαμε το ενδεχόμενο να κάνουμε ένα κοινό live με τα σχήματα που παίζουμε τώρα, τους Action Ladies και τους Birthday Kicks, στη Λάρισα, διότι είχε περάσει αρκετός καιρός από την τελευταία φορά που οι Action Ladies έπαιξαν στη Λάρισα. Μόλις συνειδητοποιήσαμε ότι θα βρισκόμασταν μετά από τόσα χρόνια όλοι μας στο ίδιο μέρος κουρδισμένοι και έτοιμοι για live, θεωρήσαμε δεδομένο ότι στο τέλος θα γινόταν ένα jam σε δυο-τρια κομμάτια των Φόβων. Επάνω στην κουβέντα ο καθένας από εμάς πρότεινε διαφορετικά κομμάτια και αρχίσαμε να σκεφτόμαστε πως θα ήταν να ξαναπαίζαμε επάνω σε αυτό το υλικό. Η πρώτη πρόβα ήρθε γρήγορα, ήταν γεμάτη με συναισθήματα και μνήμες και αποφασίσαμε να βάλουμε σε δεύτερη μοίρα το αρχικό σχέδιο και να κάνουμε ένα reunion πάρτι προς τιμή των Φόβων του Πρίγκηπα.

– Γιατί είχε διαλυθεί το συγκρότημα;

Η αλήθεια είναι ότι η αδράνεια των Φόβων δεν αποφασίστηκε αλλά προέκυψε με τον καιρό, κυρίως λόγω χιλιομετρικής απόστασης. Μένω εδώ και χρόνια στη Λάρισα ενώ ο Αντώνης, ο Πάρις και ο Degu παραμένουν στην Αθήνα.

– Πέρα από τη συναυλία αυτή, στις 8 Απρίλη στην Λάρισα, θα υπάρξει και συνέχεια; Να ελπίζουμε;

Όταν είχαμε παίξει τελευταία φορά πριν περίπου από μια δεκαετία δεν γνωρίζαμε ότι εκείνη θα ήταν η τελευταία φορά, τουλάχιστον εκείνης της περιόδου. Χρωστάμε τουλάχιστον στον εαυτό μας να ανέβουμε στη σκηνή και να παίξουμε σαν να είναι η τελευταία φορά, σαν να μην υπάρχει αύριο. Εάν παρόλα αυτά επαναληφθεί στο μέλλον κάτι τέτοιο, θα γίνει και πάλι με την ίδια λογική.

– Η μουσική λένε δε σταματάει ποτέ. Εσείς τί κάνατε μετά τους Φόβους;

Ο Αντώνης, ο Πάρις και ο Degu σχημάτισαν τους Action Ladies με τους οποίους έχουν εμφανιστεί σε αρκετά μέρη της Ελλάδας και έχουν ηχογραφήσει δικό τους υλικό σε αγγλικό στίχο. Ο Αντώνης έχει παίξει επίσης με άλλα groups όπως οι BBQ, Electrika, Tailor’s Tales και Groove Therapy. Ο Πάρις ασχολήθηκε πολύ με την παραγωγή και έγραψε προσωπικό υλικό κάτω από το όνομα Universally Unknown, ενώ τώρα συμμετέχει στην παραγωγή των Bokomolech. Εγώ σχημάτισα στη Λάρισα αρχικά τους TAZ (Temporary Autonomous Zones) που μετονομαστήκαν στην πορεία σε Birthday Kicks. Όλοι μας επίσης έχουμε συμμετοχές στο μουσικό κομμάτι διαφόρων projects, από χοροθέατρα και θεατρικά έργα μέχρι μουσική επιμέλεια σε ποιητικές βραδιές. Σαν ακροατές συνεχίζουμε να ακούμε σχεδόν τα πάντα και να τα συζητάμε μεταξύ μας.

– Εσείς που ζήσατε από μέσα την «άνθιση» της ελληνικής rock σκηνής, πείτε μου πώς είδατε τη συνεργασία σας με την Virgin;

Όπως ακριβώς υπονοεί και η ερώτηση, το ότι κυκλοφόρησαν πολλοί ελληνόφωνοι ροκ δίσκοι από μεγάλες εταιρείες τη δεκαετία του 1990 δεν συνιστά ακριβώς άνθιση της ελληνικής σκηνής. Υπήρξαν πραγματικά σπουδαία συγκροτήματα εκείνη την εποχή που δεν βρέθηκαν με δισκογραφικό συμβόλαιο και δυστυχώς τώρα πια δεν τα θυμάται κανένας. Το ότι αυτά τα συγκροτήματα είναι στη συντριπτική τους πλειοψηφία αγγλόφωνα δεν είναι τυχαίο. Όσον αφορά εμάς, μέσω της συνεργασίας με τη Virgin, μας δόθηκε η ευκαιρία να ηχογραφήσουμε με πολύ καλές συνθήκες τους δίσκους μας, να βελτιωθούμε σαν μουσικοί μέσω της συνεργασίας μας με έμπειρους παραγωγούς και να ζήσουμε ολόκληρους μήνες μέσα σε στούντιο ηχογράφησης – γεγονός  που σου αλλάζει για πάντα την αντίληψη της μουσικής ακόμα και ως ακροατή . Αυτό κρατήσαμε από τη συνεργασία με τη Virgin και πιστέψτε με ότι έχει μεγάλη αξία. Από την άλλη πλευρά, επειδή ποτέ δεν λειτουργήσαμε βάσει πλάνου ως μπάντα δεν μπορέσαμε να ακολουθήσουμε κάποιους από τους τρόπους εργασίας μιας δισκογραφικής εταιρείας, δηλαδή δεν «εκμεταλλευτήκαμε» το γεγονός ότι μας προωθούσε μια μεγάλη εταιρεία. Ούτε για αυτό όμως μετανιώνουμε. Αυτό που μάθαμε από όλη αυτή την ιστορία είναι ότι, μια δισκογραφική εταιρεία δεν μπορεί να σε κάνει κάτι διαφορετικό από αυτό που είσαι, εάν εσύ δεν το θελήσεις. Γι’ αυτό το πράγμα μιλάει και η ιστορία του «Τελευταίου Διαστημοταυρομάχου» και χαίρομαι που πολλοί άνθρωποι το κατάλαβαν έτσι.

– Με τα σημερινά δεδομένα θα ακολουθούσατε πάλι το δρόμο της δισκογραφικής ή θα κυκλοφορούσατε το υλικό σας ανεξάρτητα;

Η πάλη της μουσικής με το εμπόριο αποτελεί αρχέτυπο στη ροκ ιδεολογία. Και είναι ένας αγώνας σοβαρός, αγνός και πάντα αδικαίωτος. Το να κυκλοφορήσει κανείς το υλικό του ανεξάρτητα δεν σημαίνει κατά ανάγκη ότι δεν θα ακολουθήσει το δρόμο του εμπορίου. Με τις σημερινές συνθήκες, όπου είναι πραγματικά εύκολο για κάποιον να διανέμει με μηδενικό κόστος τη μουσική του, εμείς ονειρευόμαστε την ελεύθερη κυκλοφορία του υλικού μας, και όχι απλά την ανεξάρτητη κυκλοφορία. Θεωρούμε ότι το ροκ που βγαίνει στην Ελλάδα μπορεί πια να οριστεί ως στοιχείο λαϊκού πολιτισμού, δηλαδή ότι παράγεται από τις κοινότητες των ανθρώπων, μιλά για αυτές τις κοινότητες και τους όρους ζωής τους, και απευθύνεται σε αυτές τις κοινότητες αδιαμεσολάβητα.

– Το 2005,ενώ η μπάντα ήταν ανενεργή συναυλιακά, είδαμε τη συμμετοχή σας σε ένα ελληνικό tribute album στους Depeche Mode. Πως προέκυψε αυτή η συμμετοχή;

Μια τυχαία γνωριμία με μέλη του Hysterica (το ελληνικό fan club των Depeche Mode, αν όχι το μεγαλύτερο, ένα από τα μεγαλύτερα στον κόσμο) μετατράπηκε σε πρόταση προς το συγκρότημα να διασκευάσει με όποιο τρόπο θέλει κάποιο κομμάτι των Depeche Mode. Διαλέξαμε το Never Let Me Down Again και το ηχογραφήσαμε γύρω στο 2001. Η συλλογή κυκλοφόρησε πολύ αργότερα.

–  Με δεδομένη τη συμμετοχή σας στη συλλογή με αγγλικό στίχο και το ότι βάλατε στο 3ο σας album τραγούδι με αγγλικούς στίχους, μήπως τελικά το αγγλόφωνο τραγούδι, σας ελκύει περισσότερο και ήταν ένας κρυφός σας πόθος;

Το να γράφουμε στα ελληνικά δεν ήταν συνειδητή επιλογή, δεν υπήρχε για εμάς τότε άλλη γλώσσα. Από την άλλη, όλοι μας έχουμε συνηθίσει να ακούμε την αγαπημένη μας μουσική κυρίως με αγγλικό στίχο. Κάποιες διασκευές που κάναμε από τις πρώτες μας κιόλας συναυλίες σε τραγούδια του Neil Young, των Ramones, των Stooges τα τραγουδούσε ο Αντώνης που είχε μεγαλύτερη εξοικείωση με τα αγγλικά και μπορούσε να τα ερμηνεύσει. Το ίδιο συνέβη και με τη διασκευή των Depeche Mode. Αργότερα ο Αντώνης έφερε αγγλικό στίχο για ένα κομμάτι που δουλεύαμε τότε ως instrumental και έτσι προέκυψε το Wings του «Τελευταίου Διαστημοταυρομάχου». Δεν υπήρξε κανένας πόθος, ούτε κρυφός ούτε φανερός.

–  Είστε υπέρ ή κατά του downloading δίσκων;

Νομίζω ότι δεν έχει τόση σημασία το μέσο αλλά το αποτέλεσμα. Είμαστε υπέρ της ελεύθερης διακίνησης της μουσικής, με όποιο μέσο κι αν γίνεται. Παλιότερα όλοι γράφαμε κασέτες. Κι αυτό πειρατεία ήταν αλλά δεν ενοχλούσε και τόσο. Το internet ήταν ένα πολύ καλό άλλοθι προκειμένου η παγκόσμια βιομηχανία της κουλτούρας να μην παραδεχτεί τα λάθη της. Από την άλλη, ειδικά οι νεώτεροι που δεν έχουν χρησιμοποιήσει πικάπ και δίσκους βινυλίου θα πρέπει να ξέρουν ότι το μουσικό αρχείο που ακούνε στον υπολογιστή τους είναι ποιοτικά ένα μουσικό υποκατάστατο του πραγματικού τραγουδιού, λόγω της συμπίεσης που επηρεάζει τις συχνότητες που μπορεί να ακούσει το ανθρώπινο αυτί. Είναι σαν να χάνεις μια διάσταση, σαν να αρκείσαι σε φωτογραφίες ενώ υπάρχει ένας απίθανος τρισδιάστατος κόσμος. Σε μερικά είδη μουσικής, αν όχι σε όλα, η πραγματική μαγεία ακούγεται μέσα από εξοπλισμό και μουσικά format που δυστυχώς δεν κυκλοφορούν ελεύθερα ή ημι-ελεύθερα στο internet. Ακούστε Led Zeppelin σε πικάπ με αναλογικό ενισχυτή και θα καταλάβετε τί εννοώ.

– Καθημερινά καταιγιζόμαστε από τηλεοπτικές πλαστικές κούκλες πορνοστάρ, γλάστρες τηλεοπτικών show  που μας τις λανσάρουν σαν πρότυπα γυναίκας. Πιστεύατε ποτέ πως η ζωή που φυσήξατε κάποτε σε μια  «χωμάτινη κούκλα» θα μπορούσε να στιγματίσει μουσικά μια μπάντα και να μείνει ως παρακαταθήκη για τις επόμενες γενιές;

Η επιθυμία της χωμάτινης κούκλας δεν αφορά την επιθυμία των φθηνών και προσβλητικών τηλεοπτικών γυναικείων προτύπων. Η ουσία της χωμάτινης κούκλας είναι γήινη. Εάν οι επόμενες γενιές αποτελούνται από γήινους και όχι από εξωγήινους, τότε μπορεί να ξανακούμε το τραγούδι να μιλάει κάθε φορά για το τώρα που αισθανόμαστε με τον ίδιο εφηβικό τρόπο.

– Πώς βλέπετε την ελληνική σκηνή 10 χρόνια μετά;

Για να απαντήσει κανείς σε αυτή την ερώτηση θα πρέπει να έχει πλήρη εικόνα, πράγμα δύσκολο. Ας πούμε, υπάρχει μεγάλη δραστηριότητα στο metal και τα παρακλάδια του που εγώ προσωπικά δεν παρακολουθώ τόσο ώστε να μπορώ να μιλήσω για αυτήν. Κατά καιρούς πέφτω επάνω σε συγκροτήματα που έχουν πραγματικά τη δυνατότητα να εντυπωσιάσουν οποιονδήποτε. Το επίπεδο έχει ανέβει και πολλά παιδιά δείχνουν να ξέρουν να χειρίζονται με αξιοζήλευτο τρόπο τον εξοπλισμό τους. Ό,τι συνέβαινε και στο παρελθόν όμως συνεχίζει να ισχύει και σήμερα. Οι μουσικοί και οι μπάντες που βάζουν ψυχή σε αυτό που κάνουν είναι ελάχιστοι και ακόμα λιγότεροι είναι εκείνοι που συνδυάζουν την ψυχή με την πίστη και τη συνέπεια. Αυτά τα στοιχεία δίνουν λόγους στο κοινό να θέλει να ακούει κάτι ξανά και ξανά και δίνουν στη μπάντα διάρκεια.

– Εκτός από τους Φόβους του Πρίγκηπα, τι άλλους φόβους έχετε για την σημερινή εποχή;

Δεν ξέρω αν μπορείς να τον πεις ακριβώς φόβο, περισσότερο είναι μια δυσοίωνη υποψία ότι για ακόμα μια φορά θα καταπιούμε την πραγματικότητα σαν μια απλά δύσκολη κατάσταση εκχωρώντας περισσότερα δικαιώματα και μην παίρνοντας την κατάσταση στα χέρια μας.