Μιλήσαμε με τον Στέφανο, κιθαρίστα των Ravencult, ο οποίος μας ενημέρωσε για τα όσα συμβαίνουν στο στρατόπεδο της μπάντας και τι θα ακολουθήσει. Φυσικά μεγάλο μέρος της κουβέντας κινήθηκε γύρω από το εξαιρετικό Morbid Blood…

Του Νίκου Λιανίδη

Γειά σου Στέφανε και ευχαριστώ για αυτή τη συνέντευξη. Πες μας λίγα λόγια για τους Ravencult, πως ξεκίνησαν και σε τι κατασταση είναι σήμερα, για τους φίλους μας που δεν σας γνωρίζουν.

Ξεκινήσαμε πριν από δέκα χρόνια κι έχουμε δύο ντέμο, το “Armageddon Rising” 7’’EP (2004) και δύο ολοκληρωμένα άλμπουμ, το “Temples Of Torment” (2007) και το “Morbid Blood” (2011). Το ύφος μεταβάλλεται από τις πρώτες κυκλοφορίες εως αυτό που κάνουμε τώρα, καταλήγοντας σε μια μίξη 80s και early 90s black metal με στοιχεία πρώιμου thrash. Έχουμε δώσει live εντός κι εκτός Ελλάδας και το line up είναι Λίνος/φωνή, Στάμος/μπάσο, Γιάννης/drums κι εγώ κιθάρα.

Σοβαρά τώρα, πως καταφέρατε και βγάλατε τέτοια δισκάρα, γιατί και με όσους το έχω συζητήσει χαρακτηρίζουν την ακρόασή του εθιστική.

Χαίρομαι γι’αυτό, εμείς παίζουμε αυτό που μας αρέσει με αφοσίωση χωρίς να σκεφτόμαστε κάτι άλλο.

Το Morbid Blood από τις κριτικές που έχω διαβάσει ως τώρα θεωρείται ένας δίσκος που το επίπεδο ξεπερνάει κατά πολύ το καλό. Τι πιστεύετε εσείς;

Σαν δημιουργός δεν μπορώ να πω κάτι πάνω σ’αυτό, είναι υποκειμενικό μιας κι ο καθένας έχει τη γνώμη του. Εμάς μας ικανοποιεί το αποτέλεσμα και είμαστε περήφανοι γι’αυτό, όμως δεν μας απασχολεί κάτι παραπέρα όπως πχ. αν θα έχει καλή ή κακή απήχηση.

Morbid Blood ή Temples Of Torment και γιατί; Εντοπίζετε πολλές αλλαγές στην περίοδο μεταξύ των δύο κυκλοφοριών;

Σε κανένα δεν παρεκλίνουμε από τις φόρμες του πρώιμου black metal αλλά υπάρχουν κάποιες ηχητικές διαφορές ανάμεσα στα δύο άλμπουμ καθώς η μπάντα εξελίσσεται. Το πρώτο είναι πιο ευθύ, σκανδιναβικού τύπου black metal, το “Morbid Blood” έχει αρκετό thrash, μεγαλύτερη γκάμα σε beats και πιο ευρύ riffing.

Τι σας επηρρέασε και βγάλατε έναν τόσο ωμό και ταυτόχρονα έξυπνο και όχι βαρετό δίσκο;

Το συγκεκριμένο είδος είναι από τη φύση του ωμό, εμείς θέλουμε να το διατηρούμε έτσι, βάζοντας τον προσωπικό χαρακτήρα μας πάνω σε αυτή τη βάση. Η σύνθεση γίνεται ενστικτωδώς και δεν προγραμματίζουμε τίποτα στυλιστικά.

6. Μιλησέ μας λίγο για τη μουσική σας και τις επιρροές σας.

Το ύφος είναι black/thrash χωρίς προσμίξεις από ξένα με το metal ήδη. Οι ρίζες της μουσικής μας βρίσκονται στο πρώτο και δεύτερο κύμα black metal, από αρχές 80s (Venom), μέσα 80s (Bathory, Hellhammer/Celtic Frost, πρώτα Sodom) και αρχές 90 (σκανδιναβικό black metal).

Στιχουργικά τί θέματα πραγματεύεστε στο Morbid Blood;

Όπως καταλαβαίνεις, η μουσική αυτή δε γεννά ευχάριστες εικόνες κι έτσι η θεματολογία είναι ανάλογη. Σε γενικές γραμμές αφορά την αποστροφή μας για καθετί ‘Αγιο μέσα από συμβολισμούς.

Οι κυκλοφορίες σας γενικότερα παρουσιάζουν και ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον όσον αφορά το εικαστικό μέρος. Μίλησέ μας λίγο για αυτό.

Μας ενδιαφέρει αρκετά το εικαστικό μέρος σε αυτά που βγάζουμε και επιλέγουμε να δουλέψουμε με άτομα που μπορούν να το αναδείξουν. Το “Morbid Blood” και το εφτάρι επιμελήθηκε ο C.Moyen, γνωστός στο underground εδώ και είκοσι χρόνια με το κλασσικό του στυλ. Στο “Temples Of Torment” συνεργαστήκαμε με τον Stephen O’Μalley (SunnO))), TOLRTD, KTL κ.α.).

Με αφορμή την παραγωγή σας θέλω να πω πως υπάρχει γενικότερα η εξής νοοτροπία: «παίζω black metal και βγάζω demo/ep/full length με χάλια παραγωγή, γιατί είναι cult, κακό και γιατί έτσι είναι το true black». Είναι μια έκφραση που βασάνιζε και βανασίζει ακόμα τη σκηνή. Ποια είναι η γνώμη σας;

Τι είναι όμως «χάλια»; Το πιο εύκολο παράδειγμα, το “Transilvanian Hunger”, για αρκετούς είναι «χάλια» σαν ήχος και για άλλους μνημειώδης. Πρέπει δηλαδή να ορίσεις standards για το τι θεωρείται καλός και κακός ήχος, κάτι που στο metal δεν μπορεί να ισχύσει σε καμία περίπτωση. Θα χώριζα τον ήχο σε κατάλληλο και μη, ανάλογα το είδος πάντα.

Πες μας λίγα λόγια αυτή την «περίφημη» ιστορία σχετικά με τα takes των ηχογραφήσεων. Μόλις το διάβασα σοκαρίστηκα από το πόσο ώριμη και αυστηρά συγκεκριμένη είναι η εικόνα σας για τους Ravencult.

Δεν κάναμε κάτι εξωφρενικό, ξεκινήσαμε να γράφουμε σε στούντιο με τη γνωστή διαδικασία και όταν τελειώσαμε τα τύμπανα είδαμε ότι δεν είναι απαραίτητο να προχωρήσουμε έτσι αφού νιώθαμε φραγμούς στο ύφος και την τεχνοτροπία. Γι’αυτό στήσαμε μικρόφωνα στο προβάδικο μας και παίξαμε όλα τα κομμάτια live κρατώντας τις καλύτερες εκτελέσεις για το άλμπουμ. Αυτό έδωσε ζωντάνια στο υλικό και κατά τη γνώμη μου ακούγεται σημαντικά καλύτερο από εκείνα τα πρώτα sessions.

Ελληνική black metal σκηνή. Παρακαλώ καταθέσε την άποψή σου.

Αρκετές και καλές μπάντες ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια, γενικά στο ακραίο metal που παρακολουθώ έχουν βγει πολλές κυκλοφορίες που μετράνε. Η παλιά σκηνή την περίοδο ’88-’95 ήταν από τις 2-3 καλύτερες παγκοσμίως με πολύ καλούς δίσκους από τις γνωστές μπάντες.

Ποια είναι τα μελλοντικά σας σχέδια; Θα υπάρξει κάποιο tour προώθησης του Morbid Blood; Τί άλλο ετοιμάζετε;

Έχουμε διάφορες προτάσεις από Σεπτέμβριο και θα παίξουμε όπου αξίζει και μπορούμε. Μια θέση σε ένα καλό πακέτο για ευρωπαϊκό tour είναι πάντα στα πλάνα μας. Έτοιμάζουμε επίσης και μερικές ακόμα κυκλοφορίες τον επόμενο καιρό, οι οποίες είναι: η rehearsal κασσέτα “Temple Of Morbidity” με κομμάτια από τα δύο μας άλμπουμ, διασκευές στα “Reaper” των Bathory και “Thermonuclear Devastation” των Onslaught συν ένα ακυκλοφόρητο κομμάτια από τα sessions του “Morbid Blood” με τίτλο “Impure Communion”, σε λίγους μήνες ένα split εφτάρι με τους Omega από τη Θεσσαλονίκη, με ένα καινούριο δικό μας κομμάτι (“Deifier Of Necromancy”) και το “Massacra” των Hellhammer και τέλος, ένα επετειακό για την πρώτη δεκαετία των Ravencult 12’’EP με 4 καινούρια tracks, μόνο σε αυτό το format και γύρω στα τέλη του έτους.

Πρίν δώσω τον τελευταίο λόγο σε σας θα ήθελα να σας συγχαρώ για το Morbid Blood, καθώς είναι ένα διαμάντι που με στοιχειώνει ακόμα. Ευχαριστώ πολύ!

Ευχαριστούμε για την υποστήριξη. RAVENCULT, ΤΘ 3747, ΤΚ 10210, Αθήνα.

Link: http://www.myspace.com/ravencultbm

Κριτική δίσκου: Ravencult – Morbid Blood