Στον Νίκο Γραμμάτο

Τα «Μωρά Στη Φωτιά» ήταν για μένα ένα από τα συγκροτήματα που με μεγάλωσαν. H φωτιά που άναβε περισσότερο τη φωτιά που ήδη έκαιγε στο αίμα, στα εφηβικά μου χρόνια. Αμέτρητες ραδιοφωνικές μεταδόσεις μέχρι και σήμερα, συναυλίες που καίγανε, party’s στα οποία τραγουδούσαμε ξέφρενα όλα τα τραγούδια τους. Ο Στέλιος ή αλλιώς Σαλβαδόρ είναι ένας χαρισματικός άνθρωπος «μορφή» για το ελληνικό ροκ, αυθεντικός, ρομαντικός, μια ψυχή από αυτές που μας αγγίζουν με τα τραγούδια της. Είναι ο καπετάνιος του συγκροτήματος και ο καλός ο καπετάνιος μετά τα 20 χρόνια φαίνεται. Τον ευχαριστώ θερμά για την συνέντευξη αυτή και του εύχομαι να είναι πάντα καλά για να μας χαρίζει την ψυχή του μέσα από τον κάθε δίσκο.

–   Για κάποιον πιτσιρικά που ψάχνεται με το ροκ εν Ελλάδι και συναντά το όνομα «Μωρά στη Φωτιά» τι θα του πείτε; Πότε ξεκίνησαν όλα και ποια ήταν η αφορμή ;

Από πολύ μικρός άκουγα ροκ μουσική, και αργότερα στα δεκαοχτώ μου το 1982 , στη Θεσσαλονίκη συναναστράφηκα με new wave μουσικούς και ήμουν από τότε βέβαιος ότι θέλω να  ασχοληθώ και δημιουργικά με την μουσική. Όταν γύρισα στη Βέροια, ήταν σίγουρο ότι θα κάνω το δικό μου συγκρότημα και κάπως έτσι ξεκίνησαν όλα πραγματικά από το μηδέν, στο πατρικό μου σπίτι ,που μετατράπηκε αποκλειστικά σε χώρο, για τις πρόβες του συγκροτήματος. Aπο τότε και μετά την ηχογράφηση του πρώτου μας δίσκου το 1987,το συγκρότημα άλλαξε πολλούς μουσικούς και παρά τους μόλις τρείς μας δίσκους και τις επιλεκτικές μας εμφανίσεις και συνεργασίες, καταφέραμε να δώσουμε αγαπημένα ροκ τραγούδια στο κοινό (Κάτω στην Πόλη, Μανιφέστο, Παυσίπονο, Αδρεναλίνη, Σαλονίκη, Φωλιά του Κούκου, Θεατρίνοι, Ταξίδι, Στο Δρόμο), να δημιουργήσουμε τον προσωπικό μας ήχο, και ήδη από το 2005 , μπορούμε να στεγάζουμε όλες τις δισκογραφικές μας δουλειές, στη δικιά μας εταιρεία τη baby records, από όπου κυκλοφορεί από τον Οκτώβρη η νέα μας δισκογραφική δουλειά 20 χρόνια live MΩΡΑ ΣΤΗ ΦΩΤΙΑ ζωντανή ηχογράφηση στο Κύτταρο.

–    Από το όνομα μέχρι και σε τραγούδια του πρώτου δίσκου διακρίνουμε μια αγάπη στον Brian Eno, τι θαυμάζετε πάνω του;

Καταρχάς πρόκειται για έναν πρωτοπόρο μουσικό, ήδη από την εποχή των Roxy Music, και ειδικά στην προσωπική του καριέρα. Αλλά ειδικά το live των 801 (το συγκρότημα που έφτιαξε στα 70΄ς με καταπληκτικούς μουσικούς για μια και μοναδική ζωντανή ηχογράφηση) μας είχε αρέσει τόσο πολύ που προέκυψε και η διασκευή στο Τhird Uncle. Eπίσης είναι μια πολύπλευρη προσωπικότητα και μαζί με τον John Cale αποτελούν οι δυο τους σχολή και σαν παραγωγοί ήχου, οι λεγόμενοι «minimal» και ειδικά ο Brian Eno είναι παραγωγός σε πάρα πολλούς σπουδαίους ροκ δίσκους.

–    Τελικά πόσο δύσκολο ή εύκολο είναι να έχεις μια μπάντα με σταθερά μέλη και πόσο να πεις ότι ακολουθείς μια solo καριέρα με session μουσικούς; Θα έκανες ποτέ κάτι τέτοιο;

Η δική μου, είναι μια ιδιόμορφη περίπτωση, όπου από την αρχή παρότι έγραφα εγώ τους στίχους και τη μουσική, τραγουδούσα και έπαιζα μπάσο, δεν ήταν σκοπός μου η αυτοπροβολή μου, αλλά η αίσθηση της ομαδικότητας και η συνεκτικότητα της φιλίας και της αδερφικότητας, ντράμερ ήταν, άλλωστε ο ίδιος μου ο αδερφός. Αργότερα, όταν μου συνέβησαν διάφορα, που θα δικαιολογούσαν μια δική μoυ σόλο καριέρα, αφού αναγκαστικά είχα μείνει μόνος μου, επέλεξα κι αυτή τη φορά που οι συνθήκες είναι αρκετά διαφορετικές, να διατηρώ τον ρομαντισμό μου όπως πάντα και το όνομα Μωρά στη Φωτιά. Για μένα είναι σημαντικό ότι με τους μουσικούς του συγκροτήματος τώρα, είμαστε δέκα περίπου χρόνια μαζί. Άλλωστε το «μόνος», το αναφέρεις σε σχέση με το στίχο και τη μουσική και τη γενική ευθύνη του ήχου κι απ΄αυτήν την άποψη εγώ ήμουν πάντα «μόνος». Από την άλλη η μουσική παράγεται από πολλούς ανθρώπους. Δεν τη βγάζω από το σπίτι μου με ένα κομπιούτερ. Πρόκειται για μια ομαδική δουλειά κατά τα άλλα, οπότε δε μπορεί κανείς να ισχυριστεί ότι είναι μόνος του, γενικά σ΄αυτή την υπόθεση. Άρα όσον αφορά στο δημιουργικό μέρος, μπορεί κάποιος να δουλεύει μόνος ή όχι -και σ΄αυτόν τον τομέα εγώ πάντα δούλευα μόνος- ενώ η εκτέλεση της μουσικής γίνεται σχεδόν πάντα με τη συνεργασία με άλλους μουσικούς, εκτός των περιπτώσεων ηλεκτρονικής μουσικής όπου μπορεί κάποιος με τη βοήθεια μηχανημάτων, να παράγει μόνος του τη μουσική που γράφει ο ίδιος. Όλα αυτά ως προς την ουσία, του πώς παράγεται και εκτελείται η μουσική, απο κεί και πέρα, επιλέγεις και ένα όνομα, για να βαφτίσεις όλη αυτή την προσπάθεια που κάνεις.

–    Με αφορμή την στήλη  «Φάκελος Ροκ» της σελίδας μας, τι γεύση σου έχει αφήσει η Ελληνική σκηνή του ’90 και πως βλέπεις τα πράγματα τώρα; Μιλάμε για 2 τελείως διαφορετικές καταστάσεις.

Η δεκαετία του ’90 ήταν ευνοημένη από τη δεκαετία του ’80, ο απόηχος της οποίας και τα όνειρα των εκπροσώπων της ειδικά στην Ελλάδα αντικτύπησαν στα 90΄ς. Η ίδια όμως αυτή δεκαετία του ’90, άφησε μια γλυκόπικρη γεύση όπου ταυτίστηκε με την εμπορική επιτυχία και χάθηκε σε πολλές περιπτώσεις η ουσία. Στη δεκαετία που διανύουμε, η ροκ μουσική απενοχοποιείται απ΄την επιτυχία ή την αποτυχία και κερδίζει μια σταθερή θέση στην Ελληνική μουσική. Το ροκ δεν είναι «εφηβική τρέλα», ούτε «ξένο» είδος και ο λόγος για να υπάρχει, δεν είναι η εμπορική επιτυχία. Το ροκ εν ρολ αντιμετωπιζόταν ρατσιστικά μέχρι χτές στην Ελλάδα, «το κάνουν κάτι παιδάκια που δεν ξέρουν τί λένε και όταν μεγαλώνουν το γυρίζουν στο μπουζούκι για να θεωρηθούν σοβαροί». Ο κόσμος είναι ώριμος πλέον να στηρίξει  την ελληνική ροκ μουσική, όπως κάθε άλλο είδος μουσικής κι αυτό θα φανεί την δεκαετία που μας έρχεται, όπου θα ακούγεται η ροκ μουσική όχι μόνο ως μόδα σε ξένους προς αυτήν χώρους, αλλά από τους αυθεντικούς της εκπροσώπους, οι οποίοι εκφράζουν  σοβαρά και πρωτότυπα πράγματα και μάλιστα χωρίς να παίρνουν την άδεια από κανέναν.

–    Ποιες στιγμές της ζωής σου σε σημάδεψαν και θα τις θυμάσαι για πάντα; Που δώσατε το καλύτερο live με δυνατό feedback ;

Η πρώτη φορά είναι στη συναυλία που δώσαμε στο Ανοιχτό Θέατρο του Δήμου Συκεών στη Θεσσαλονίκη τον Ιούλιο του 1995. Παρότι είχαμε πολύ καιρό να παίξουμε στη Θεσσαλονίκη και με μοναδικό μας όπλο στη φαρέτρα, τον πρώτο μας δίσκο και τα τραγούδια του επερχόμενου, όπως «Φωλιά του Κούκου», «Αδρεναλίνη», «Γυναίκα», «Βαβυλωνία», «Θεατρίνοι», «Σαλονίκη» και τα υπόλοιπα, ως απόδειξη του απόηχου των προσπαθειών που κάναμε στη δεκαετία του ’80, είδαμε να ξεχειλίζει το Θέατρο από τρείς χιλιάδες φανατικούς ακροατές μας, που κυριολεκτικά κρεμιόντουσαν από τα διαζώματα και διψούσαν για τον ήχο μας. Βέβαια οφείλω να πω ότι το timing δεν ήταν σωστό, το γκρουπ αντιμετώπιζε τα γνωστά σε όσους μας γνωρίζουν καλά, προβλήματα, και η παραγωγή δεν ήταν στο ύψος της περίστασης μιας μεγάλης συναυλίας. Ήταν πρωτοφανή νούμερα αυτά, για ελληνικό συγκρότημα. Και η δεύτερη φορά, είναι  η πρώτη μας συναυλία στο ΑΝ CLUB στην Αθήνα το Φεβρουάριο του 2000. Πηγαίνοντας στο χώρο πριν τη συναυλία, είδα  κατάμεστη από κόσμο  την οδό έξω από το ΑΝ, που  περίμενε. Όταν πλησίασα κατάλαβα ότι το CLUB ήταν ασφυκτικά γεμάτο και δε χωρούσα ούτε εγώ να μπω μέσα. Εγώ ήμουν ιδιαίτερα συγκινημένος γιατί είχε μόλις κυκλοφορήσει ο δεύτερος δίσκος μας μετά από πολλά χρόνια, αλλά δεν περίμενα την τόσο ενθουσιώδη ανταπόκριση του κόσμου, που  παρότι ήταν η πρώτη φορά που μας έβλεπε, συμπεριφερόταν σα να μας γνωρίζει πάρα πολύ καλά και να μας αγαπάει. Αυτή είναι η δύναμη των τραγουδιών. Περιττό να πω ότι κατά τη διάρκεια της συναυλίας αυτοί που είχαν μείνει έξω, περίμεναν, όσο κι αν φαίνεται παράδοξο, ενθουσιωδώς, μια ευκαιρία για να μπουν. Επίσης, όσοι ήταν μέσα μιλούν ακόμα γι’ αυτή τη βραδιά, που εμείς  πραγματικά  με τη σειρά μας, τα δώσαμε όλα.

–    Μίλησέ μου για το live στο Κύτταρο, για τα 20 χρόνια και το δισκάκι που μόλις κυκλοφορήσατε.

Είναι ένα επετειακό 4πλό album με 2πλό CD και 2πλό DVD, που όμως κυκλοφορεί και ξεχωριστό 2πλο CD  και ξεχωριστό 2πλό DVD. Περιλαμβάνει 24 τραγούδια, δηλαδή τα περισσότερα τραγούδια από τους τρείς μας δίσκους (ΜΩΡΑ ΣΤΗ ΦΩΤΙΑ 1987, ΘΕΑΤΡΙΝΟΙ 1999, ΣΤΟ ΔΡΟΜΟ 2005). Είναι ένα άλμπουμ με διαφορετικές εκτελέσεις των τραγουδιών απ΄ότι στους δίσκους, γιατί ενορχηστρώθηκαν με την προσθήκη πνευστών (τρομπέτα, τρομπόνι, σαξόφωνο) και παρότι οκταμελής πλέον η μπάντα, διατηρεί τη δύναμη και την ένταση των «Μωρών», πλουτίζοντας τον ήχο μας με καινούργια και εντυπωσιακά ηχοχρώματα. Είμαι πολύ χαρούμενος που κυκλοφορεί από τη δική μου εταιρεία, τη Baby Records, και έχουμε την τύχη να συνεργαζόμαστε ξανά, μετά από είκοσι χρόνια με τον ηχολήπτη του πρώτου μας δίσκου, τον Κώστα Κόντο, η συμβολή του οποίου στο τελικό ηχητικό αποτέλεσμα είναι πολύ σημαντική. Είμαι κάτι παραπάνω από ικανοποιημένος, με το τελικό ακουστικό και οπτικό αποτέλεσμα, και θα ήθελα εδώ να πω, ότι ο στόχος του live αυτού ήταν η αποτύπωση μιας συναυλίας μας, όπως συνήθως παρουσιάζεται σε γενικές γραμμές όλα αυτά τα χρόνια  και το άψογο αποτέλεσμα ήχου και εικόνας, για τα οποία είμαστε πολύ περήφανοι.

–    Τα 20 χρόνια πόσα μπορούν να γίνουν; Πόσο αντέχεις, πως νοιώθεις και τί σ’ έχει κουράσει;

Έχει αποδειχθεί ότι παρόλα τα εμπόδια, αντέχουμε τόσα χρόνια, γιατί μέσα απ΄αυτό που κάνουμε περνάμε καλά και όσον αφορά προσωπικά εμένα, εγώ εκφράζομαι απόλυτα και σαν τρόπος ζωής αλλά και δημιουργικά. Παίρνω ευτυχία απ΄ αυτό που κάνω. Το μόνο που θα ευχόμουν για το άμεσο μέλλον, θα ήταν να μπορώ να ασχολούμαι περισσότερο απερίσπαστος με την μουσική, γιατί οι δραστηριότητες των δικών μου παραγωγών (Baby records), μου παίρνουν αρκετό χρόνο και ενέργεια, και είναι δραστηριότητες με τις οποίες ασχολούμαι αναγκαστικά, ενώ θα μπορούσα να ασχολούμαι αποκλειστικά με το δημιουργικό κομμάτι, όπως όλοι. Μου δίνουν παρόλα αυτά την απόλυτη ελευθερία κινήσεων.

–    Όταν γράφεις το κάνεις άφοβα ή ακολουθείς κάποιες ρότες και αποφεύγεις πράγματα και λέξεις;

Ειδικά στη δημιουργία, η πρώτη εντύπωση που έχω,που είναι και το δέλεαρ για μένα, είναι ότι έχω απεριόριστη ελευθερία, να πω και να κάνω ό,τι θέλω μέσα στο τραγούδι μου, να χτίσω το δικό μου κόσμο. Όταν περνάω στην πραγματοποίηση, όμως, και το τραγούδι αποκτά οντότητα, του οφείλω να είναι ωραίο, όσο το δυνατόν πιο πρωτότυπο και γενικά για διάφορους λόγους, περισσότερο αισθητικής, μπορεί να αποκλείσω μια λέξη απο ένα συγκεκριμένο τραγούδι, την ίδια όμως λέξη να τη χρησιμοποιήσω σε κάποιο άλλο τραγούδι. Οι λέξεις δεν κρύβουν καμία «ενοχή» και δεν τις αποκλείω. Αποκλείω όμως νοήματα ,που δεν εξαρτόνται αποκλειστικά από τις λέξεις.

–    Σκέφτηκες να κυκλοφορήσεις τραγούδια αγγλόφωνα; Είναι της μόδας τελευταία αλλά αυτό γυρνάει συνεχώς στις προτιμήσεις του κόσμου. Έχουμε ακούσει βέβαια τραγούδια σας σε αγγλικό στίχο, σε live.

Όταν ξεκίνησα να παίζω μουσική έπαιζα πάρα πολλά τραγούδια διασκευές, τα οποία ήταν όλα στα Αγγλικά. Μάλιστα τα πρώτα τραγούδια που έγραψα ήταν κι αυτά στα Αγγλικά. Πολύ γρήγορα όμως όταν πραγματικά ήθελα να εκφράσω κάτι μέσα απο το τραγούδι, θέλησα να γίνει αυτό στα Ελληνικά, γιατί  αφ΄ ενός απευθύνομαι σε Έλληνες, από την άλλη με συγκίνησε η πρόκληση, να καταρριφθεί ο μύθος, ότι δεν ταιριάζει η Ελληνική γλώσσα στον ροκ ήχο. Απ΄ την άλλη στο αγγλόφωνο υπάρχει αντίλογος για την προφορά. Η μουσική όμως είναι μια και αν δεν «τραυματίζεται» το τελικό αποτέλεσμα, είτε στη μία είτε στην άλλη περίπτωση, είναι επιλογή του καθενός η γλώσσα με την οποία κάθε φορά εκφράζεται.

–    Το συγκρότημα σου πρόσφερε χρήματα μέχρι το σημείο που να πεις ότι ζεις από την μουσική σου; Άραγε το έχει πετύχει κανείς; Φυσικά δεν μιλάμε καν για εμπορικούς και σκύλους.

Ζω αξιοπρεπώς, στην κόψη του ξυραφιού πάντα, γιατί πρόκειται για ένα αβέβαιο επάγγελμα, το οποίο εγώ επιπλέον ασκώ με απόλυτη ελευθερία, από την άλλη όμως η ποιότητα μιας τέτοιας ζωής δεν εξαργυρώνεται.

–  Έχει η μουσική όρια; Ο Σιδηρόπουλος είχε πειραματιστεί με τα πάντα παλιά, οι μπάντες πλέον φοβούνται την αποτυχία ή στοχεύουν σε συγκεκριμένο κοινό;

Η μουσική δεν έχει όρια, οι άνθρωποι όμως είναι αυτοί που επιλέγουν πάντα τον τρόπο με τον οποίο θα εκφραστούν καλύτερα. Ένα τραγούδι μπορεί να παιχτεί με χίλιους διαφορετικούς τρόπους. Σημασία έχει ο δικός σου τρόπος. Κάθε καλλιτέχνης έχει το δικό του attitude, το οποίο τον ακολουθεί, αλίμονο, όμως, αν οι καλλιτέχνες δεν έχουν την απόλυτη ελευθερία να εκφραστούν όπως νομίζουν κάθε φορά και να πειραματισούν. Όταν διαθέτεις ταυτότητα δεν υπάρχει κίνδυνος να τη χάσεις. Άν όμως, απ΄την αρχή είσαι μπερδεμένος, όσο και να πειραματιστείς, τίποτα δεν θ΄αλλάζει και το αποτέλεσμα θα είναι πάντα στείρο.
–    Τι θέλεις να αφήσεις κληρονομία σε ακροατές και μουσικούς; Πώς να σε θυμούνται;

Είναι πάρα πολύ νωρίς γαι να πω κάτι τέτοιο. Νοιώθω οτι μόλις τώρα ξεκινάω δημιουργικά, αλλά απλά μπορώ να πω, ότι η μουσική είναι ελπίδα για φυγή από την πεζή πραγματικότητα, αλλα και ελπίδα ότι μπορούμε να  αλλάξουμε την πραγματικότητα, τουλάχιστον τη δική μας και μέσα απ΄ αυτή ίσως και των άλλων.

–   Πως βλέπεις τον κόσμο μας εν έτη 2009; Τι σε προβληματίζει ως πολίτη;

Σε παγκόσμιο επίπεδο φαίνεται ότι τα πράγματα βαδίζουν σε πιο προοδευτικές κατευθύνσεις. Στα δικά μας τώρα, με προβληματίζει η έπαρση των πολιτικών μας, που μας αντιμετωπίζουν σα να είμαστε οκτάχρονα παιδιά και η αδυναμία μας ως πολίτες να δείξουμε ότι είμαστε κάτι παραπάνω από αριθμοί, είτε τηλεθεάσεων, είτε εκλογικών αποτελεσμάτων. Ότι δηλαδή δεν είμαστε εμείς που καθορίζουμε τη χαμηλή ποιότητα στις «υπηρεσίες» που μας προσφέρονται σε όλα τα επίπεδα και το γεγονός ότι ψηφίζουμε ( ό,τι κι αν ψηφίζουμε) δεν είναι άλλοθι των κυβερνήσεων, για να μας προσφέρουν σχολεία «στάνες» για τα παιδιά μας π.χ. Κανένας Έλληνας ψηφοφόρος δε θεωρεί το παιδί του ζώο, απλά και μόνο επειδή ασκεί το εκλογικό του δικαίωμα. Θέλουμε πολιτικούς που να κυβερνούν αντί για μας και όχι χάρη σε μας, εμάς.

–    Εκτός της μουσικής σ’ αρέσει κάποια άλλη τέχνη ή ασχολία;

Τρελαίνομαι για την Ποίηση και τη Λογοτεχνία.

–    Λίγα λόγια προς τους αναγνώστες μας; Ελεύθερα χωρίς λογοκρισία.

Όταν κάνουμε αυτό που θέλουμε, το τίμημα είναι μεγάλο, όπως άλλωστε είναι, κι όταν κάνουμε το ακριβώς αντίθετο.