string-555070_960_720‘Ενα απο τα αγαπημένα μου τραγούδια είναι το “Μόχα” του Παύλου Παυλίδη. Κολλημένος λοιπόν στην κίνηση κι εγώ κάποιο πρωινό κατευθυνόμενος προς την εργασία μου, ακούγωντας το κομμάτι και χαζεύοντας τις σταγόνες της βροχής που χαιδεύανε το τζάμι του αυτοκινήτου μου αναρωτήθηκα,<<τι είναι η “Μόχα”;>>. Γυρίζοντας σπίτι το απόγευμα αμέσως έφτιαξα καφέ και έψαξα στο internet να λύσω την απορία μου,μόνο που λύνοντας αυτή την απορία μου δημιουργηθήκανε χιλιάδες,<<τι ήταν το magic bus;>>, <<ποιό είναι το μπλέ καφέ;>>, <<ποιός ήταν ο Γαρύφαλλος;>> . Ψάχνοντας λοιπόν βρηκά πολλές ενδιαφέρουσες ιστορίες για τα αγαπημένα μας ροκ τραγούδια,άλλες γνωστές και άλλες άγνωστες,και είπα να της μοιραστώ εδώ μαζί σας στο rockap. Επειδή όμως είναι αδύνατον να χωρέσουν όλες οι ιστορίες σε ένα άρθρο είπα να τις χωρίσω σε πεντάδες. Ξεκινάμε λοιπόν με την πρώτη πεντάδα και το τραγούδι που με έκανε να συλλέξω αυτές τις πληροφορίες.

1 .Μόχα-Παύλος Παυλίδης

Σε μία συνέντευξη, το Μάιο του 2004, ο Παύλος Παυλίδης είχε πει:
«Είναι παράξενη ιστορία. Το κομμάτι αυτό γράφτηκε καθ’ οδόν σ’ ένα ταξίδι στην άγονη γραμμή.Είχα γράψει το πρώτο κουπλέ και έτσι όπως καθόμουν στην καμπίνα σκέφτηκα ότι ήταν η πρώτη φορά που μιλάω για έναν ήρωα που θα ήθελα να έχει όνομα. Κι ενώ το ποίημα μιλάει για ένα φανταστικό πρόσωπο, το οποίο υποτίθεται ότι είναι ναύτης, ακριβώς μπροστά μου είχα ένα βιβλίο με τον τίτλο “Μόχα ο Τρελός, Μόχα ο Σοφός”.
Δεν ήξερα καν για ποιο πράγμα μιλάει αυτό το βιβλίο και συνέχισα, τέλος πάντων, με αυτή τη φράση τα στιχάκια που έγραφα μέχρι που έφτασα στο τέλος του κομματιού. Μετά άνοιξα το βιβλίο και διαπίστωσα ότι ο Μόχα ήταν ένας τύπος που είχε πεθάνει από τα βασανιστήρια σε μια φυλακή κάποιας αφρικάνικης χούντας – νομίζω στη Νιγηρία, αλλά δεν είμαι σίγουρος. Φαντάζομαι ότι είναι το υποκοριστικό του Μοχάμετ.
Αυτός ο άνθρωπος, λοιπόν, καταδικάστηκε επειδή κάθε φορά που είχε κάτι σημαντικό στο μυαλό του έβγαινε στο δρόμο και το φώναζε, εξ ου και ο τίτλος – παρατσούκλι του βιβλίου “Μόχα ο Τρελός, Μόχα ο Σοφός”.»

2.  Καταρχήν-Διάφανα Κρίνα

Η δεύτερη ιστορία έρχεται απο τα αγαπημένα μου Διάφανα Κρίναι όπως την διηγείται ο ίδιος ο Παντελής Ροδοστόγλου,μπασίστας του συγκροιτήματος,στον προσωπικό του λογαριασμό στο Facebook:
«Έχω μόλις τελειώσει μ’αυτή τη μαλακία το στρατό και προσπαθώ να συνέλθω απ’την καφρίλα και να ξανασυνδεθώ με την πραγματική ζωή.Έχουμε φτιάξει κάτι μικρόκοσμους με αγαπημένους φίλους και φίλες,στην ευρύτερη περιοχή των Εξαρχείων,που γουστάρουμε σαν τρελοί μουσική,βιβλία,κόμικς και κινηματογράφο και ξημεροβραδιαζόμαστε σε σπίτια,μπαράκια και συναυλιακούς χώρους.Κάποια στιγμή πρέπει να δω και τι θα κάνω στη ζωή μου. Μου λέει η μάνα μου»έλα να σε βάλω στην ΑΓΡΟΤΙΚΗ». Της απαντάω »μάνα, θα πεθάνω εκεί μέσα,εμένα μου αρέσουν τα βιβλία,η μουσική και ο κινηματογράφος, βοήθησε με να πάω στη σχολή του Σταυράκου,θέλω να γίνω σκηνοθέτης».Η μάνα μου βάζει τις φωνές»τι είναι αυτά που λες, ο πατέρας σου δουλεύει σε δύο δουλειές για να μεγαλώσει τέσσερα παιδιά,δεν έχουμε χρήματα για ΤΕΤΟΙΑ».
Αρχίζω να ψάχνω δουλειά σε βιβλιοπωλείο. Μου παίρνει κάτι μήνες αλλά τη βρίσκω.Υπάλληλος εξωτερικών εργασιών στο βιβλιοπωλείο Η ΦΩΛΙΑ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ. Δεν ήταν αυτό που φανταζόμουνα αλλά λέω »δε γαμιέται, όπως και να’χει μες στα βιβλία θα είμαι». Μετά από λίγο καιρό, ο Θωμάς ο Κακουλίδης,ο ιδιοκτήτης της ΦΩΛΙΑΣ, αντιλαμβανόμενος την αγάπη μου για το βιβλίο μου λέει»θα σε βάλω στο κατάστημα και θα βρούμε άλλον υπάλληλο για τις εξωτερικές εργασίες». Δέχομαι με μεγάλη ευχαρίστηση κι έτσι αρχίζει η εικοσιτετράχρονη [σκατά στα μούτρα μου] σταδιοδρομία μου στο χώρο του βιβλίου.
Στη ΦΩΛΙΑ κυρίαρχη φιγούρα και πιο έμπειρος βιβλιουπάλληλος είναι ο – συγχωρεμένος πια – Θανάσης Τσιμέκας. Γίνεται μέντορας μου. Γνωρίζω,μεταξύ άλλων,Μίνω Βολανάκη,Λευτέρη Βογιατζή,Παύλο Μάτεσι, Κώστα Κουντούρη [ο μεταφραστής του »Κουτσό» του Χούλιο Κορτάσαρ] Διονύση Καψάλη,Βασίλη Λαλιώτη,που ξημεροβραδιάζονται στη ΦΩΛΙΑ πίνοντας καφέδες και συζητώντας για βιβλία – και όχι μόνο – με τον Τσιμέκα. Εμείς οι μικροί ακούμε[εγώ δηλαδή, ο Θανάσης ο Γιαννακοπόυλος – που μου γνώρισε τα παιδιά απ’τα Διάφανα Κρίνα – και ο Κώστας ο Μανιατόπουλος – ο μεγαλύτερος κομίστας του κόσμου,για τα γούστα μου – όλοι υπάλληλοι στο βιβλιοπωλείο].Κάποια στιγμή οι »μικροί» αποφασίζουμε να φτιάξουμε ένα φανζίν.Το βαφτίζουμε ΜΠΡΑΖΊΛ,απ΄την ταινία του Τέρι Γκίλιαμ. Ο Λαλιώτης,[άοκνος μεταφραστής του Λόρκα στα Ελληνικά], μου δωρίζει δύο μεταφρασμένα, απ’τον ίδιο, ποιήματα ενός Ισπανού αναρχικού ποιητή, του BLAS DE OTERO. »Για το BRAZIL» μου λέει. Εντυπωσιάζομαι από το ένα, το »Καταρχήν». Το βράδυ στην πρόβα το δείχνω στα Κρίνα. Μέσα σε λίγα λεπτά γεννιέται αυτό».

3. Το “Χ” (Έγραψες Στον Τοίχο Ένα Χ) – Ο Κουρέας Και Οι Χειρότεροι Πελάτες

Η τρίτη ιστορία μας δεν είναι και τόσο ευχάριστη. Το συγκρότημα “Ο Κουρέας Και Οι Χειρότερη Πελάτες” κυκλοφορήσανε έναν και μοναδικό δίσκο το 1998.Ο δίσκος είχε πολλά αξιόλογα τραγούδια αλλά η ιστορία μας αφορά το «Έγραψες στον τοίχο ένα Χ».Το τραγούδι αναφέρεται σε έναν φίλο του Κουρέα ο οποίος υπηρετούσε την θητεία του σε κάποιο νησί (Ρόδος ή Κώς).Ένα βράδυ τηλεφώνησε στην κοπέλα του και την ενημέρωσε ότι την επόμενη ημέρα θα τον έβλεπε.Αυτή απόρησε καθώς δεν υπήρχε προγραμματισμένη άδεια. Τελικά ο φαντάρος μας έδωσε τέλος στην ζωή του το ίδιο βράδυ στην σκοπιά.

4. Το Παπάκι-Νικόλας Άσιμος

Το τραγούδι αυτό είναι ένα νανούρισμα, που έγραψε ο Άσιμος για να κοιμίζει την κόρη του στο υπόγειο της Αραχώβης. Η Αλεξίου το έκανε πρόβα στο στούντιο. Ο ηχολήπτης ηχογραφούσε διακριτικά. Στη μέση της πρόβας σηκώθηκε ο Άσιμος, άνοιξε μόνος του την πόρτα και μπήκε στο στούντιο. Περιφερόταν πίσω απ τη Χαρούλα. Άρχισε ξαφνικά να τραγουδά, ενώ βρισκόταν ακόμα πίσω της.Ο Άσιμος ήταν βουρκωμένος. Τραγουδούσε για πάρτη του αυτό που άκουγε εκείνην την στιγμή. Και η Χαρούλα ήταν συγκινημένη. Ούτε γύρισε να δει που βρισκόταν ο Νικόλας, τι έκανε. Είχε μπει κι εκείνη σ’ αυτό που συνέβαινε. Γιατί συνέβαινε κάτι ακαριαίο και μαγικό.

5. Γαρύφαλλος-Πελόμα Μποκιού

Ο Γαρύφαλλος είναι ένα από τα δημοφιλέστερα τραγούδια των 70’s για την Ελλάδα.
Σαν πρόσωπο δεν υπήρξε ποτέ. Υπήρχε ένας γείτονας του Κιουρκτσόγλου που λεγόταν Γαρύφαλλος αλλά δεν είχε καμία σχέση με τον ήρωα του τραγουδιού σαν προσωπικότητα.Το τραγούδι επινοήθηκε στα τέλη του 1969. Τότε η δισκογραφική εταιρεία Λύρα μέσω του παραγωγού Τάσου Φαληρέα ζήτησε από τον Κιρκτσόγλου ένα τραγούδι με ελληνικό στίχο. Ο ίδιος δεν είχε γράψει ποτέ του ελληνικό στίχο αλλά απάντησε ότι έχει έτοιμο κάποια τραγούδια. Δεν περίμενε να του απαντήσουν ότι το ήθελαν την επόμενη ημέρα στις 10:00 στο γραφείο του ιδιοκτήτη της ΛΥΡΑ !!!
Έτσι ξεκινάει η ιστορία του μυστήριου τύπου που ακούει στο όνομα Γαρύφαλλος και συνηθίζει να βγάζει λόγους στα πλήθη διχάζοντας τα (άλλοι γελάνε και άλλοι κλαίνε). Η ιστορία γεμάτη εικόνες και όμορφο, απλό – παιδικό μπορείς να πεις – τρόπο γραφής.Ο Κιουρκτσόγλου αφήνει την κασέτα με 2 τραγούδια στον ίδιο τον Πατσιφά ο οποίος μια εβδομάδα μετά τον καλεί πάλι στο γραφείο του για να του πει «Είσαι ατάλαντος, το καλύτερο που έχεις να κάνεις είναι να σταματήσεις να γράφεις τραγούδια».
Τον Μάρτιο του 1970, ο Πατσιφάς προτείνει στον Κιουρκτσόγλου να «κάνουν» τελικά εκείνο το τραγούδι και να το δώσουν σε μια τραγουδίστρια, την Πόπη Αστεριάδη. «Δεν είναι και τόσο κακό τελικά» ΄λέει τώρα ο Πατσιφάς. Ο Κιουρκτσόγλου όμως λέει ότι τώρα δεν θέλει να το κάνει αυτός. Τώρα θέλει να στήσει μια ροΚ μπάντα. Ο Φαληρέας τηλεφωνεί και πάλι στον Κιουρκτσόγλου και του προτείνει να γράψουν το τραγούδι με τη μπάντα. Ο Κιουρκτσόγλου του απαντάει ότι «Κάτσε να φτιάξω τη μπάντα πρώτα και τα λέμε» . Τελικά και η μπάντα φτιάχτηκε (Πελόμα Μποκιού) και ο «Γαρύφαλλος» κυκλοφόρησε και έγινε ένα από τα πλέον αναγνωρίσιμα τραγούδια των 70’s για την ελληνική σκηνή.

Χρήστος Pihas Αποστολόπουλος