Από την Κέρη Καραλή

Ήταν στη δεκαετία του ’80 που η underground μουσική σκηνή έκανε τα πρώτα της βήματα και άνοιγε το στόμα της απέναντι  στη χαύνωση και την πολιτική του πάσχοντα σοσιαλιστικού καπιταλισμού.  Από τότε οι 20-άρηδες  έγιναν 40-άρηδες και τα μικρά παιδιά, έφηβοι. Η Γενιά του Χάους, ένα από τα αντιπροσωπευτικά γκρουπς εκείνης της περιόδου, καυτηρίασε με την μουσική και το στίχο της την μικροαστική κουλτούρα που βασιζόταν στην επιβίωσης μέσω του ρητού «κάνε το κορόιδο και θα βρεις την άκρη σου». Είκοσι χρόνια μετά τη διάλυσή της το 1989 επιστρέφει μ’ ένα διήμερο live στις 24 & 25 Απριλίου 2009, στο Gagarin.

Με αφορμή το live συνάντησα το Θοδωρή Ηλιακόπουλο (στίχοι-φωνή) αργά κάποιο απόγευμα και μου απάντησε σε ερωτήσεις που κατά καιρούς σκεφτόμουν ότι αν είχα ποτέ τη δυνατότητα θα ρωτούσα τη Γενιά. Ποιοι λόγοι την οδήγησαν στη διάλυση; Ποιο ήταν το χαρακτηριστικό της Γενιάς που την τοποθετεί ακόμα και σήμερα στη θέση του «μεγαλύτερου ελληνικού πανκ γκρουπ»; Ποιο ήταν το μύνημα της Γενιάς; Γιατί αποφάσισε να ανέβει πάλι επί σκηνής ύστερα από τόσα χρόνια;

 

 

-Παρότι ήταν δύσκολο να καταλήξω στην πρώτη ερώτηση, μιας και όταν μιλάς για τη Γενιά του Χάους αυτές έρχονται μόνες τους, ας ξεκινήσουμε γυρίζοντας πίσω το χρόνο και πηγαίνοντας στο 1989 όπου είχαμε την ολοκλήρωση του 2ου δίσκου, Ρέκβιεμ, αλλά και την διάλυσή σας. Το ’89 περνάτε κατά κάποιον τρόπο στην ιστορία, κυριολεκτικά και μεταφορικά. Θοδωρή είχες πει σε συνέντευξη στο fanzine Χωρίς Κανόνα ότι οι αιτίες που οδηγούν σε διάλυση ένα συγκρότημα είναι πολυάριθμες και μάλιστα είχες αναφέρει δύο από αυτές. «Καθοριστικής σημασίας για μας», είπες «ήταν το πρόβλημα του ντράμερ» και επίσης το γεγονός ότι «μπήκαν κάποιες εταιρείες στο παιχνίδι κι άρχισαν να χωρίζουν τα συγκροτήματα με κριτήριο ένα πιθανό κέρδος». Καταλαβαίνω ότι δε θέλατε να πέσετε στην παγίδα, ήταν όμως απαραίτητο και ζωτικής σημασίας να ακολουθήσετε το δρόμο των εταιρειών; Ήταν δηλαδή μόνο αυτοί οι λόγοι ή αυτοί ήταν οι προφανείς και εξιλαστήριοι λόγοι;

 

Για να γίνουν κατανοητοί οι λόγοι της διάλυσης, θα πρέπει να ξεκινήσω τοποθετώντας τη Γενιά στο ευρύτερο κοινωνικό πλαίσιο μέσα στο οποίο γεννήθηκε και εξελίχθηκε. Μιλάμε για το 1982, εποχή όπου η Ελλάδα βρίσκεται στην αφετηρία μιας μεταβατικής περιόδου, πολιτικά και κοινωνικά: άνοδος του ΠΑ.ΣΟ.Κ. στην εξουσία, ουσιαστική «αποποινικοποίηση» του αριστερού χώρου, δημιουργία των  πρώτων συσπειρώσεων αντιεξουσιαστικών ομάδων, γέννηση της πρώτης ελληνικής underground μουσικής σκηνής -με στέκια αρχικά την Πλάκα, και από το ’83 και έπειτα τα Εξάρχεια. Τα μουσικά σχήματα της σκηνής αυτής, μέσα στην οποία εντάσσεται η Γενιά, δημιουργούν και προωθούν την μουσική τους κάτω από αντίξοες συνθήκες: ελάχιστη ανοχή ή αποδοχή από την πλειονότητα της ελληνικής κοινωνίας, κλειστοί δίαυλοι επικοινωνίας των κρατικών μονοπωλίων της τηλεόρασης και του ραδιοφώνου, κλειστές πόρτες των μεγάλων δισκογραφικών, απλησίαστες τιμές οργάνων και μουσικού εξοπλισμού και, φυσικά, εξαιρετικά περιορισμένη πρόσβαση σε κάθε τι που αφορούσε αντίστοιχες σκηνές του εξωτερικού -κάτι αδιανόητο για τον σημερινό έφηβο της εποχής του Internet και του Myspace. Την ίδια περίοδο γεννιούνται και οι πρώτες ανεξάρτητες δισκογραφικές, που συσπειρώνουν γύρω τους πολλά από τα συγκροτήματα της σκηνής.

Για να επανέλθω τώρα στην ερώτησή σου, πρέπει να σου πω ότι με αφορμή την κατάληψη του Χημείου το ’85 ξεκινάει η εφαρμογή ενός οργανωμένου σχεδίου διάλυσης του συγκεκριμένου χώρου από τον κρατικό μηχανισμό, με κύριο όπλο την πρωτοφανή υπερπροσφορά φτηνής ηρωίνης στα γνωστά στέκια. Μέσα σε δύο-τρία χρόνια το underground κίνημα σχεδόν διαλύεται και φτάνει έτσι το ’87-αρχές του ’88 και αυτό που εμείς ξέραμε, αυτό μέσα στο οποίο μεγαλώσαμε και προχωρήσαμε κάνοντας μια όποια πρόοδο, μουσικά πάντα μιλώντας, παύει να ισχύει, συρρικνώνεται. Επέρχεται μια πολύ γρήγορη και βαθιά παρακμή και πολλά αλλάζουν με μη αναστρέψιμους όρους.

Μέσα σ’ αυτό το κλίμα, έρχεται να προστεθεί η αλλαγή της τακτικής πολλών ανεξάρτητων δισκογραφικών, που αρχίζουν να συμπεριφέρονται σαν πολυεθνικές: επιλέγουν συγκροτήματα σύμφωνα με εμπορικά κριτήρια για να επιβάλουν τη δική τους «σκηνή» και με σκοπό πλέον το κέρδος διεκδικούν ένα κομμάτι από την πίτα της show biz. Για εμάς τότε οι ανεξάρτητες εταιρείες ήταν μονόδρομος, μιας και το υπάρχον νομικό πλαίσιο δεν επέτρεπε σε ιδιώτες να τυπώσουν και να εμπορευθούν βινύλια. Μην ανήκοντας όμως στην κατηγορία των επιλεγμένων ως εμπορικών σχημάτων, κατά τη διάρκεια της ηχογράφησης του δεύτερου δίσκου η εταιρεία αρνείται να μας πληρώσει τις απαιτούμενες ώρες στο στούντιο και ερχόμαστε σε ρήξη. Να σημειωθεί εδώ ότι έχουμε ήδη εντάξει δεύτερη κιθάρα στο σχήμα με σκοπό να αυξήσουμε τον όγκο του τελικού αισθητικού αποτελέσματος, κάτι που συνεπάγεται την ανάγκη επιπλέον ωρών ηχογράφησης και μίξης, πέρα των προκαθορισμένων.

Ένας άλλος λόγος, που αφορά πλέον στα εσωτερικά του γκρουπ, ήταν η αποχώρηση του μπασίστα μας, Άκη Αμπράζη, αμέσως μετά την κυκλοφορία του πρώτου δίσκου, το φθινόπωρο του ’86. Η χημεία που είχαμε κατορθώσει να αναπτύξουμε ο Κώστας, ο Άκης και εγώ ήταν μοναδική και πολλά υποσχόμενη. Ήμασταν και οι τρεις υπέρ του μουσικού πειραματισμού, θέλαμε να εξελίξουμε την μουσική μας, κυρίως ως προς τον ήχο και ως προς το συνδυασμό μουσικών μοτίβων. Χωρίς τον Άκη έλειψε ένα σημαντικό συστατικό αυτής της χημείας. Μετά, όπως καταλαβαίνεις, ήταν πολύ δύσκολο να βρούμε νέους συνεργάτες, συγκεκριμένα μπασίστα και ντράμερ. Να επισημάνω στο σημείο αυτό ότι το θέμα «ντράμερ» ήταν ένα πρόβλημα διαχρονικό στην πορεία της μπάντας: από τότε που εγώ ανέλαβα το ρόλο του frontman και μέχρι τη διάλυσή μας, πέρασαν από τη Γενιά επτά ή οκτώ ντράμερ, που σημαίνει αντίστοιχες, ψυχοφθόρες προσπάθειες για ένα κάθε φορά νέο ξεκίνημα. Το ’86 λοιπόν, υπήρχε ήδη γύρω μας μια φήμη που αποδείχθηκε δίκοπο μαχαίρι: πολλοί ήθελαν να παίξουν μαζί μας, οι περισσότεροι, ωστόσο, για το prestige τού να παίζεις με τη Γενιά και όχι με σκοπό να ενταχθούν ουσιαστικά στο γκρουπ και να συνεισφέρουν στην εξέλιξή του. Αυτή ήταν μια προβληματική κατάσταση, την οποία ο Κώστας και εγώ βιώσαμε πολύ έντονα κατά τη διάρκεια των δύο χρόνων προετοιμασίας του Ρέκβιεμ. Βρισκόμαστε, λοιπόν, στις αρχές του ’89, έτοιμοι να μπούμε στο στούντιο για την ηχογράφηση του άλμπουμ, και συνειδητοποιούμε ότι τα συσσωρευμένα προβλήματα έχουν φτάσει στην κορύφωσή τους και ότι οδηγούμαστε σε αδιέξοδο. Ηχογραφούμε το Ρέκβιεμ και δίνουμε τέσσερεις συναυλίες έχοντας προαποφασίσει τη διάλυση της Γενιάς.

-Φαντάζομαι ότι η διάλυση θα έπεσε σαν μικρή βόμβα. Εκείνη την περίοδο δε σας σταμάτησε τίποτα, ας πούμε κάποιο μικρό κοινό που περίμενε από εσάς συνέχεια;

 

Δεν ξέρω τι αίσθηση έκανε στους άλλους η διάλυσή μας, για τη ζωή μας, ωστόσο, ήταν μια απόφαση πάρα πολύ καθοριστική. Είναι όμως κάποια πράγματα που απλά πρέπει να τα κάνεις. Δηλαδή αυτό νοιώθεις, ότι «δεν έχω άλλη εναλλακτική, δε θα κάτσω να κοροϊδεύω τον εαυτό μου, ό,τι έκανα, έκανα». Είναι περίεργο, γιατί μετά από χρόνια μπορείς να το δεις από μια οπτική που τότε, όταν βίωνες πραγματικά στο συγκεκριμένο χρόνο τους τα γεγονότα, δεν μπορούσες να την έχεις. Τώρα το κοιτάω πολύ διαφορετικά, τότε ένοιωθα πολύ εγκλωβισμένος μέσα σε όλο αυτό και δε μου άρεσε η αίσθηση. Ένα πράγμα, πάντως, που μπορώ να σου πω είναι ότι ο μουσικός τύπος της εποχής, που ενημέρωνε και, ως ένα βαθμό, καθοδηγούσε το κοινό, δεν αντιμετώπιζε αντικειμενικά τις μπάντες που υποτίθεται ότι θεμελίωσαν την ανεξάρτητη σκηνή στην Ελλάδα, κάτι που πάντα με θύμωνε. Σκέψου ότι, όταν ηχογραφούσαμε τότε, πηγαίναμε στο στούντιο και κανείς δεν καταλάβαινε τον ήχο που θέλαμε να βγάλουμε. Τους λέγαμε «παραμορφώστε κι άλλο την κιθάρα» και μας κοίταζαν σαν εξωγήινους, μας ζητούσαν να τους πάμε βινύλια, singles του εξωτερικού που είχαμε τότε, για να ακούσουν τι είναι αυτό το πανκ πράγμα. Όταν πλέον κυκλοφορούσε ο δίσκος -μιλάμε για μια εποχή στην Ελλάδα όπου όλα τότε ξεκινούσαν, κανείς, ούτε και εμείς οι ίδιοι, δεν ήξερε τίποτα- μας συνέκριναν με τα γκρουπς του εξωτερικού. Αυτό για μένα ήταν εντελώς παράλογο, γιατί όχι μόνο δεν είχαμε τη βαριά βιομηχανία δεκαετιών πίσω μας όπως οι Άγγλοι ή οι Αμερικάνοι, αλλά ούτε καν δικά μας όργανα, ώστε να έχουμε τον δικό μας ήχο. Κάναμε πρόβες όπου βρίσκαμε, από καταλήψεις μέχρι μισοεγκαταλειμμένα σπίτια, όπου πληρώναμε ένα στοιχειώδες νοίκι και βάζαμε δέκα όργανα, δέκα γκρουπς μαζί για να μπορούμε να προβάρουμε. Στις περισσότερες συναυλίες, οι ηχολήπτες ήξεραν μόνο από μπουζούκια και κλαρίνα και δεν μπορούσαν να χειριστούν περίεργους ήχους, άκουγαν τις παραμορφωμένες κιθάρες ως λάθη που έπρεπε να διορθωθούν και τις έθαβαν. Ήταν επομένως απαράδεκτο, μέσα σε αυτές τις πρωτόγονες συνθήκες, το στουντιακό αποτέλεσμα μιας ελληνικής μπάντας να τολμούν να το συγκρίνουν με ακούσματα του εξωτερικού. Κι όμως το έκαναν, και μιλάμε για άτομα που τώρα υποτίθεται ότι λύνουν και δένουν σ’ αυτούς τους χώρους. Τώρα θεωρούνται τα μεγάλα κεφάλια με την τρομερή πείρα, ενώ τότε μας έστηναν στον τοίχο και κανένας τους δε μας ρώτησε ποτέ: «ρε παιδιά πώς παίζετε εσείς; τί ξέρετε; από πού;» Κανένας τους σχεδόν δε μας συμπαραστάθηκε σε αυτό, στην μεγάλη μας αγάπη για τη μουσική και την έκφραση. Όλοι κοιτούσαν το τελικό αισθητικό αποτέλεσμα, κρίνοντας με την αυστηρότητα της αυθεντίας αν τους αρέσει ή όχι. Αν είστε πανκ πρέπει να συγκριθείτε με τους Dead Kennedys, για παράδειγμα. Είναι δυνατόν; Δεν είναι. Όχι πως περιμέναμε να υποκλιθούν όλοι στις προσπάθειές μας και να μας δώσουν τίτλους που δεν μας άξιζαν. Αλλά όχι κι έτσι, ήταν μεγάλη αδικία αλλά και κλασική ελληνική ηλιθιότητα όλο αυτό.

-«Εκθέταμε τους εαυτούς μας με σκοπό να λυτρωθούμε από όσα νοιώθαμε και καταλαβαίναμε, θέλαμε να τα μοιραστούμε… Δώσαμε τις σκέψεις και τη μουσική μας και σε άλλους ανθρώπους και το μοναδικό μας κίνητρο ήταν η ανάγκη για επικοινωνία», είπες στο Χωρίς Κανόνα. Πιστεύετε ότι επικοινωνήσατε ουσιαστικά και όπως θέλατε το ζεν της Γενιάς του Χάους ή τελικά η στάθμη παρέμεινε στο σημείο της εκτόνωσης, χοροπηδητών, στις δυνατές και γρήγορες κιθάρες και στα βαρύγδουπα τύμπανα;

 

Νομίζω ότι δεν μπορώ να απαντήσω απόλυτα. Πιστεύω και ναι και όχι. Σε κάποιους σίγουρα έφτασε μια αύρα απ’ το μήνυμά μας. Κάποιοι μπορεί να αφομοίωσαν και το ίδιο το μήνυμα και αυτό να τους πήγε κάπου. Κάποιοι άλλοι δεν κατάλαβαν τίποτα, αυτό είναι γεγονός. Ποτέ μου δεν πίστευα ότι το πανκ κοινό είναι αυτό στο οποίο εγώ απευθύνομαι αποκλειστικά. Δε με ενδιέφερε ποτέ να κατηγοριοποιώ τους ανθρώπους, «α, εγώ μιλάω γι’ αυτούς, γιατί αυτοί είναι τα σωστά άτομα». Έχουμε δει τέτοια καφρίλα και ανεγκεφαλιά μέσα στο πανκ κίνημα, που και πολύ αντέξαμε νομίζω μέσα σ’ αυτούς τους χώρους. Από την άλλη, εκείνη η περίοδος είναι λίγο «ηρωική» για κάποιους, δηλαδή «παίζατε τότε, ανοίξατε τους δρόμους, ok, respect». Δεν είναι τόσο απλό, δεν μπορώ να το δω έτσι, «αφού έπαιζες τότε, ok». Δεν είναι ok. Πολλοί έπαιζαν, πολλοί έκαναν κάτι τότε, και τί μ’ αυτό; Ποιο είναι το αχνάρι που έχεις αφήσει πάνω στο χρόνο, πώς τοποθετείσαι απέναντί του; Κοιτάω ακόμα και αρνητικά σχόλια που έχουμε εισπράξει κατά καιρούς, ότι ενώ ο πρώτος δίσκος για παράδειγμα είναι κορυφαίος, ο δεύτεροςείναι πολύ κατώτερός του. Ο καθένας τελικά επικοινωνεί μαζί σου ανάλογα με τις προσλαμβάνουσες που διαθέτει. Υπήρξε ένα κοινό που επικοινώνησε μαζί μας μόνο όταν εμείς θεωρούμασταν αμιγώς πανκ. Απ’ τη στιγμή που προχωρήσαμε και θέσαμε άλλα ερωτήματα και άλλου είδους προβληματισμούς, χάσαμε ένα μέρος αυτού του κοινού, αλλά κερδίσαμε ένα άλλο κοινό που δε μας παρακολουθούσε μέχρι τότε. Είναι πολυεπίπεδο, δεν μπορεί να απαντηθεί απλά με ναι ή όχι. Ίσως το πιο ουσιαστικό είναι ότι τελικά, είκοσι χρόνια μετά τη διάλυσή της, η Γενιά σημαίνει ακόμα πολλά για κάποιους.

-Πολλοί έτυχε να παίξουν τότε, όπως είπες λίγο πριν. Η Γενιά παρ’ όλα αυτά δημιούργησε ένα ξεχωριστό ρεύμα, το οποίο ακόμα και σήμερα μιλάει γι’ αυτήν ως το καλύτερο ελληνικό, punk συγκρότημα ever. Δηλαδή ακόμα και σήμερα το στίγμα της ελληνικής punk, αν θέλεις, είναι η Γενιά του Χάους. Σίγουρα ο κόσμος θα μίλησε και για άλλα συγκροτήματα της ίδιας εποχής, αλλά τη θέση του «αρχηγού» καταλαμβάνει η Γενιά. Αυτό οφείλεται μόνο στη στιχουργική αμεσότητα ή κρύβει κάτι πιο βαθύ;

 

Δεν μπορώ να μιλήσω από την πλευρά του κοινού. Αυτό που μπορώ να πω έχοντας γράψει τους στίχους -αν αυτό ισχύει όπως το λες- είναι ότι για μένα η ουσιαστική αιτία είναι το ότι απευθύνονται στον άνθρωπο. Δηλαδή έχουν ως στόχο, ως αποδέκτη τον άνθρωπο, ανεξαρτήτως οποιασδήποτε ταυτότητας θέλει ο ίδιος να δίνει στον εαυτό του, ανεξαρτήτως οποιουδήποτε ρόλου παίζει πάνω στη γη. Πιστεύω ότι αυτό είναι κατά κύριο λόγο, καθώς οι αξίες που τέθηκαν είναι πανανθρώπινες, δεν αφορούν μόνο την underground κοινότητα, αφορούν τον κάθε άνθρωπο, αυτό πιστεύω είναι το στιχουργικό μήνυμα της Γενιάς. Όσο για τη σύνθεση, ο Χατζόπουλος και ο Αμπράζης κάθε άλλο παρά τυχαίοι μουσικοί είναι. Τα κομμάτια της Γενιάς δεν στήθηκαν στο πόδι, είναι αποτέλεσμα μιας εξαντλητικής επεξεργασίας της μουσικής τους έμπνευσης. Μιλάμε για μια περίοδο, από το ’84 ως το ’86, δημιουργικού πυρετού, όπου εγώ τους παραδίδω συνέχεια στίχους, το μέτρο των οποίων υποδεικνύει και τον ρυθμό των τυμπάνων. Εκείνοι συνθέτουν πάνω σε αυτούς, εγώ ολοκληρώνω στα ντραμς τη ρυθμική δομή και τέλος όλοι μαζί ξεκινάμε πρόβες. Μέσα από αυτές τις διαδικασίες, σύντομα η μουσική μας ταυτότητα ως γκρουπ απομακρύνθηκε από τα κλισέ του πανκ. Αυτός ήταν και ο βασικός λόγος που μας οδήγησε να συγκρουστούμε λίγο με το underground κάποια εποχή. Από τη στιγμή που μόνο η βία κι ένα ξέσπασμα απέναντι σ’ έναν ορατό ή αόρατο εχθρό απασχολούσε αυτούς τους ανθρώπους, εμάς αυτό δε μας αφορούσε πια. Ακόμα δεν μπορώ να καταλάβω αυτούς που χωρίς εχθρό δεν έχει νόημα η ζωή τους. Εντάξει, αποδέχομαι τη βία ως έσχατη λύση, όταν πρέπει να διεκδικήσεις ζωτικά δικαιώματά σου, όχι όμως ως αυτοσκοπό. Αν σε έναν τόσο βίαιο κόσμο, προσθέτεις μόνο βία ως αντίλογο, τί θ’ αλλάξει; Οπότε, νομίζω ότι αν μπορώ να απαντήσω σ’ αυτό το ερώτημα, από τη δική μου πλευρά πάντα, είναι ότι δεν μίλησα για καμιά συγκεκριμένη ομάδα ανθρώπων, δεν είχα ποτέ στο μυαλό μου αυτούς και στους άλλους είχα κλείσει την πόρτα. Μιλάω για όλο τον κόσμο, μιλάω για τον άνθρωπο και σ’ αυτόν απευθύνω το μήνυμά μου. Δε μ’ ενδιαφέρει ποιος είναι, μ’ ενδιαφέρει αν μπορεί να επικοινωνήσει με τον βαθύτερο εαυτό του και να βρει κάποια κοινά σημεία που αργά ή γρήγορα θα τα συναντήσει με το χρόνο, μέσα στις -σκληρές κατά κύριο λόγο- εμπειρίες της ζωής του. Είναι ένα δύσβατο μονοπάτι. Επειδή το βαδίζω ο ίδιος κι έχω αντιμετωπίσει πάρα πολλά σε σχέση με τον εαυτό μου και το περιβάλλον μου, είναι ένα άνοιγμα που προσπαθώ να το προβάλλω, βάζοντας τον άλλο σε μια συγκεκριμένη τροχιά αντίληψης των πραγμάτων, γιατί θεωρώ ότι όλοι τελικά έχουμε τα ίδια υπαρξιακά ερωτήματα. Εάν δεν τα έχουμε σήμερα, θα προκύψουν αργότερα, γιατί τα δημιουργεί η ζωή. Ψάχνουμε τις ίδιες απαντήσεις, γιατί ξέρουμε ότι έρχεται ένα τέλος κάποια δεδομένη στιγμή. Κι όσο κι αν θέλουμε να ξεχνιόμαστε εδώ με τα επίγεια, τα διάφορα που μας απασχολούν μέσω των πέντε αισθήσεών μας, κάποια στιγμή ερχόμαστε αντιμέτωποι με άλλα ερωτήματα πολύ πιο βαθιά κι εκεί ακριβώς είναι για μένα το σημείο-κλειδί όπου ο κάθε άνθρωπος κρίνεται πολύ ουσιαστικά ως προς το ποιος είναι. Μπορεί σήμερα να είσαι νέος και να είσαι τρα-λα-λα, μπορεί λίγο αργότερα να λες δεν προλαβαίνω γιατί έχω κάνει παιδιά και τρέχω για τη δουλειά και το μεροκάματο, αλλά αργά ή γρήγορα θα έρθει κάτι που θα σου χτυπήσει τη πόρτα και θα πρέπει ν’ απαντήσεις σε μια πρόκληση που σε αφορά, όπως αφορά και ολόκληρη την ανθρωπότητα.

-Για εσάς ποιά ήταν αυτή η πρόκληση, που σας οδήγησε σε μια στροφή ως προς το στίχο, αλλά και τη μουσική, δηλαδή από punk γίνατε πιο πειραματικοί;

 

Η πρόκληση για μας ήταν το γνώθι σαυτόν. Δηλαδή το πώς μπορείς να ανακαλύψεις τον εαυτό σου μέσα από τις εμπειρίες που ο ίδιος επιλέγεις. Υπάρχουν πολλοί άλλοι τρόποι να μεγαλώνεις απ’ το να ζεις στα Εξάρχεια και να πετροβολιέσαι με τους μπάτσους, ας πούμε. Ή να κινδυνεύεις απ’ τα πρεζάκια το βράδυ. Υπάρχουν πάρα πολλοί τρόποι να βιώσεις την εφηβεία σου. Οπότε, γιατί είσαι εδώ; Θα μπορούσες να είσαι κάπου αλλού. Ένα πολύ ουσιαστικό ερώτημα που πρέπει να το θέσεις στον εαυτό σου: εγώ τί κάνω εδώ τώρα, γιατί είμαι εδώ, γιατί έχω κάνει αυτές τις επιλογές και όχι εκείνες; Γιατί βιώνω έτσι τη ζωή μου, γιατί βλέπω έτσι τον κόσμο κι όχι αλλιώς; Υπάρχουν δεκάδες οπτικές. Όλοι οι άνθρωποι έχουν από μια εντελώς μοναδική (οπτική), συγκλίνει με των άλλων σε κάποια σημεία, σε κάποια άλλα αυτές δε συναντιούνται πουθενά. Προσωπικά, έχω υπαρξιακές αναζητήσεις από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, οπότε δε θα μπορούσα να μην τις έχω επειδή έκανα πανκ κάποια στιγμή και μετά έκανα κάτι άλλο, ό,τι κι αν είναι αυτό. Αυτός ήταν ο κεντρικός άξονας της ζωής μου, αυτή είναι η βασική δομή του χαρακτήρα μου. Αναζητώ απαντήσεις, δεν μου αρέσουν τα εύπεπτα κλισέ του τύπου «η ζωή είναι μικρή, let’s have fun». Δεν αποδέχομαι τίποτα, όσο απλό κι αν δείχνει, που δεν μπορώ να το τεκμηριώσω μέσω της εμπειρίας για να διαπιστώσω ότι όντως είναι αληθινό. Έτσι χρησιμοποιώ τα μέσα που μου παρέχει το περιβάλλον μου, η ζωή μου, το μυαλό και οι δυνατότητές μου για να απαντήσω αυτά τα ερωτήματα. Και στην ουσία αυτά τα ίδια ερωτήματα που έθετα και θέτω στον εαυτό μου έθεσα και στους άλλους μέσω της στιχουργικής μου δουλειάς τότε. Η πιο ουσιαστική πρόκληση της ζωής είναι να μάθεις ποιος είσαι και να μην έχεις αυταπάτες, να μην προσπαθείς να βλέπεις τον εαυτό σου μέσα απ’ τα μάτια των άλλων. Να μπορείς να σταθείς σ’ έναν καθρέφτη και να ξέρεις ποιος είναι αυτός που βλέπεις, όχι αυτός που σε έμαθαν να είσαι, όχι αυτός που ζητάνε κάποιοι άλλοι να είσαι για να σε θεωρούν καλό ατομάκι, να σ’ αγαπάνε. Να είσαι εσύ, αυθεντικός και να πληρώνεις το τίμημα τού να είσαι εσύ. Αν αυτό σημαίνει, για παράδειγμα, να μην έχεις φίλους επειδή είσαι μοναχικός κατά βάθος, τότε να μην έχεις, να μην υποκρίνεσαι. Αν αυτό σημαίνει ότι έχεις απόψεις πολύ περίεργες για τον κόσμο, να τις αποδέχεσαι και να τις καλλιεργείς, να μην τις καταπιέζεις για να γίνεις αποδεκτός, γιατί έτσι δεν προοδεύεις, δεν ανακαλύπτεις τον εαυτό σου, τον υποβιβάζεις προσπαθώντας να φορέσεις ένα προσωπείο για να υπάρξεις κοινωνικά, κάτι που αργά ή γρήγορα θα σε κατακεραυνώσει, ο εαυτός σου δεν πρόκειται να στη χαρίσει. Αυτό δυστυχώς κάνει πάρα πολύς κόσμος. Οι άνθρωποι καταπιέζουν πολύ τον εαυτό τους. Αυτή ήταν πάντα η πρόκληση για μένα, το γνώθι σαυτόν, πράγμα που δεν τελειώνει. Δεν πιστεύω ότι φτάνεις ποτέ να πεις, ok τα ξέρω όλα. Δεν υπάρχει τέτοια περίπτωση, το μονοπάτι της γνώσης είναι ατελείωτο, είναι αιώνιο. Έχεις πάντα κάτι άλλο να μάθεις, υπάρχει πάντα σε μια γωνία ο εαυτός σου που θα σε εκπλήξει με κάτι που δεν είχες ούτε μια ένδειξη ότι μπορεί να παίζει μέσα σου. Κι εσύ εκεί πρέπει μονίμως να είσαι σε εγρήγορση και να αναθεωρείς, να μην κοιμάσαι, να μη θεωρείς ότι τα έχεις δει και τα έχεις καταλάβει όλα και να μπορείς πάντα να παραδεχτείς ότι υπάρχει και κάτι άλλο, ας το δούμε κι αυτό, να δούμε τι έχει να μας πει, τι έχει να μας αποκαλύψει. Ο εαυτός μας πιστεύω ότι είναι μια μικρογραφία του σύμπαντος.

-Έχετε συνειδητοποιήσει το μέγεθος της μουσικής εντροπίας που παραδώσατε σ’ ένα κοινωνικό σύστημα, που μπορεί να θεωρηθεί απομονωμένο, με την έννοια του ότι δεν ανήκε ή ανήκει κατά βάση στα mainstream μουσικά ρεύματα της Ελλάδας;

 

Όχι. Αλλά δεν ξέρω ούτε αν αυτό που με ρωτάς θα μπορούσε να απαντηθεί από ένα σύνολο ανθρώπων με μια συγκεκριμένη πρόταση, ότι ας πούμε η Γενιά του Χάους παρέδωσε «αυτό». Δεν νομίζω ότι θα μπορούσε να βρει κανείς έναν κοινό άξονα απαντήσεων. Έχω ακούσει απίστευτα πράγματα, εκ διαμέτρου αντίθετα, οπότε δεν μπορώ να απαντήσω γιατί δεν ξέρω τι πρέπει να πάρω στα σοβαρά. Ξέρεις, ο καθένας τελικά φιλτράρει τον κόσμο μέσα από τα πολύ προσωπικά του κριτήρια. Πολλοί θεωρούν αριστούργημα το Στίγμα, για να σου δώσω ένα παράδειγμα, και κάποια άλλα κομμάτια δεν τα θεωρούν ισάξιά του. Μπορεί να μην τα θεωρούν για πέταμα, αλλά επιλέγουν πάντα κάτι το οποίο τους έχει μιλήσει μια δεδομένη χρονική στιγμή, κάτι που δημιουργεί κάποιες εντυπώσεις στον κάθε άνθρωπο που δεν ξέρω κατά πόσο είναι αναθεωρήσιμες απ’ τον ίδιο. Όλοι κρατάμε κάποιες πολύ ιδιαίτερες μνήμες, κάτι μας άγγιξε και το τοποθετήσαμε εκεί και δεν μας το κουνάει κανένας, τελεία. Δεν ξέρω, δεν είμαι έτσι σαν άνθρωπος, έχω αφήσει ακούσματά μου μιας εποχής που τα θεωρούσα μαγικά και έχω προχωρήσει σε άλλα που τα θεωρώ εξίσου μαγικά γι’ αυτή την εποχή, όπου αντιλαμβάνομαι εντελώς διαφορετικά τη μουσική και το τι είναι ωραίο. Δύσκολο να σου απαντήσω πραγματικά. Δηλαδή το Στίγμα, ας πούμε, που σου ανέφερα είναι ιδιαίτερο κομμάτι. Ακόμα δεν έχω συνειδητοποιήσει την κατάσταση που βρισκόμουν όταν το έγραψα. Πολλοί μ’ έχουν ρωτήσει «τί θες να πεις, πραγματικά όμως τί θες να πεις;» Δεν έχω απάντηση, δεν ξέρω. Είναι trance. Βρέθηκα σε μια ψυχική, διανοητική και συναισθηματική κατάσταση που δεν είχα ξαναβρεθεί. Και μπόρεσα να γράψω -γιατί δεν μπορούσα πάντα να γράφω όταν βίωνα ανάλογες, περίεργες καταστάσεις με τον εαυτό μου. Βγήκε αυτό. Δεν ξέρω, θέλω να πω χίλια πράγματα μαζί, ο στίχος είναι συμπαγής, αλλά αν μου ζητήσεις να στο αναλύσω, δεν μπορώ να το κάνω. Είναι σαν ένα ποίημα που δόθηκε, ειπώθηκε, δεν έχει καμία σημασία τελικά τι πραγματικά εννοούσα. Θέλω να πω αυτό που καταλαβαίνει ο καθένας. Τι θεωρεί ο καθένας συγκλονιστικό, μαγικό, όμορφο ή τα αντίθετα αυτών, είναι προσωπικό του θέμα. Για μένα υπάρχει μεγάλη σχετικότητα, οπότε δεν προσπαθώ να τα προσεγγίσω. Δεν είχα σκοπό ν’ αφήσω κάτι «καταπληκτικό» πίσω μου, έβγαλα ό,τι είχα, έδωσα αυτό που είχα, το οποίο το κέρδισα δίνοντας πολύ σκληρές μάχες και με τον εαυτό μου και με το περιβάλλον μου. Αυτό είναι όλο, δεν υπάρχει τίποτα το ηρωικό ή το καταπληκτικό σ’ αυτό, είναι απλά μια αμφίδρομη σχέση του ανθρώπου με το περιβάλλον του. Παίρνεις-δίνεις, δίνεις-παίρνεις, δεν μπορείς να το κάνεις μονόπλευρα, δεν μπορείς μόνο να δίνεις, είναι αδύνατον, θα αδειάσεις, θα διαλυθείς, δεν μπορείς μόνο να παίρνεις, θα ισοπεδωθείς από το φορτίο. Είναι νόμοι συμπαντικοί αυτοί που τους πιστεύω και τους υπακούω.

-«Ως πότε θ’ ανεχόμαστε στην μάπα να μας φτύνουν/ και θα τους αφήνουμε το μέλλον να μας σβήνουν…Δεν είν’ δημοκρατία/ δεν είν’ ελευθερία/ είναι μόνο μία μπασταρδοκρατία». Αποτελεί το Νο. 6 του track list στο cd της συλλογής Διατάραξη Κοινής Ησυχίας. Ακόμα και τώρα όταν ακούγεται αυτό το τραγούδι δημιουργείται πανικός. Γιατί αποκηρύξατε την Μπασταρδοκρατία και σταματήσατε να την παίζετε στις συναυλίες σας;

 

Αυτό το κομμάτι είναι το απαύγασμα μιας πολύ ουσιαστικής μας πολιτικής τοποθέτησης εκείνης της περιόδου, της ωμής αν θέλεις περιόδου της Γενιάς, πριν ο στίχος αρχίσει να γίνεται πιο εσωστρεφής και να θέτει άλλα ερωτήματα. Έχει ιδιαίτερη δύναμη, αυτό είναι γεγονός. Να σου κάνω και μια αποκάλυψη, κάτι που δεν έχω ξαναπεί ποτέ. Ο τίτλος αυτού του κομματιού ήταν γραμμένος σ’ έναν τοίχο, δεν τον σκέφτηκα εγώ. Είναι ένα graffiti στην ουσία, ένα σύνθημα γραμμένο με πάρα πολύ αχνά γράμματα στη Βασιλίσσης Σοφίας, πολύ κοντά στο κτίριο της Βουλής. Το είχα δει ένα πρωινό μετά από ένα ξενύχτι. Είχα πάρει το νυχτερινό λεωφορείο και επέστρεφα σπίτι μου, μέχρι να φτάσω είχα γράψει όλο το κομμάτι στο μυαλό μου. Η πορεία του είναι ιδιαίτερη, γιατί πραγματικά αγκαλιάστηκε με θέρμη και μπήκε σε πολλές πανκ συλλογές μικρών ανεξάρτητων εταιρειών εκτός Ελλάδας. Τότε υπήρχε επικοινωνία μέσω ταχυδρομείου, γνώριζε, για παράδειγμα, κάποιος ότι υπάρχει μια κατάληψη στην Ιταλία, στην Ιταλία γνώριζαν μια κατάληψη στην Πολωνία κ.ο.κ. Μέσω αυτού του πλέγματος γνωριμιών, αυτό το κομμάτι μπήκε σε πανκ συλλογές στο Μεξικό, στην Πολωνία, στην Αγγλία, στην Αμερική, στην Ιαπωνία και αλλού, που δεν θυμάμαι. Έφτασε όμως η χρονική στιγμή για μας που κάναμε στροφή, η μουσική μας αναζήτηση μάς οδήγησε αλλού. Αυτό όλο άρχισε να μη μας ταιριάζει, δηλαδή το μονοδιάστατο πανκ attitude δεν μας εξέφραζε πια. Η μουσική μας άρχισε να αλλάζει, εγώ άρχισα να γράφω διαφορετικούς στίχους. Δηλαδή, στον πρώτο δίσκο, κομμάτια όπως τα Μαύρο, το Χρώμα της Στέρησης και Στίγμα είναι ενδεικτικά αυτής της στροφής. Παράλληλα, είχαμε να αντιμετωπίσουμε τον κόσμο που ήθελε να ακούσει την Μπασταρδοκρατία για να χορέψει, δεν τον ενδιέφερε τίποτα άλλο, ήθελε να ακούσει αυτό το πολεμικό σύνθημα. Δεν είναι τυχαίο μάλιστα ότι το ρεφραίν αυτού του κομματιού τραγουδιόταν και στις πορείες εκείνης της εποχής, απ’ το, ας το πούμε, πανκ μπλοκ. Είχε μεγάλη ένταση και εξακολουθεί να έχει για πολλούς. Η αλήθεια είναι ότι δεν αποκηρύξαμε εμείς την Μπασταρδοκρατία, αλλά ο ίδιος ο κόσμος την έκανε «σουξέ» με την εμμονή του. Δηλαδή, αν βγαίναμε σ’ ένα live και παίζαμε μόνο αυτό, θα ήταν όλοι ευχαριστημένοι, αλλά δε θα ήμασταν εμείς. Κάναμε και την κίνηση να το διασκευάσουμε disco-funk σε μια συναυλία στη Θεσσαλονίκη, κάτι που απ’ τη μια ήταν πολύ διασκεδαστικό για εμάς, αλλά ταυτόχρονα έστειλε και ένα μήνυμα που ελάχιστοι αντιλήφθηκαν. Στην ουσία τούς είπαμε ότι τίποτα δεν είναι αυτοσκοπός, ειδικά οι επαναστάσεις σε έναν δυτικό αστυνομοκρατούμενο κόσμο, ο οποίος παρά τον φιλελευθερισμό του και την ανοχή του στο διαφορετικό, παραμένει πουριτανικός και συντηρητικός. Υπάρχει εσωτερική επανάσταση, υπάρχει ο απόλυτα προσωπικός δρόμος που μπορεί να σε οδηγήσει μακριά και να σου ανοίξει φωτεινά μονοπάτια που θα σε βοηθήσουν ως οντότητα να νοιώσεις ότι πραγματικά προχώρησες κάπου και δεν σπαταλήθηκες σε δονκιχωτισμούς. Τότε πήραμε την απόφαση να κάνουμε ένα βήμα μπροστά, εγώ παίρνω πάνω μου τα φωνητικά, ξεκινάει η οδύσσεια της αναζήτησης ντράμερ και η Γενιά προχωράει σ’ έναν άλλο στιχουργικό προβληματισμό, σε μια άλλη μουσική αναζήτηση. Ουσιαστικά, δε νομίζω ότι αποκηρύξαμε ποτέ τη Μπασταρδοκρατία, απλά προχωρήσαμε. Άλλο αν ο κόσμος ήθελε να είμαστε αυτό, να μας κάνει σημαία, εμείς δε θέλαμε να γίνουμε σημαία κανενός χώρου, καμιάς ομάδας. Την ατομικότητά μας δε θα τη θυσιάζαμε. Δεν κατηγορώ κανέναν γι’ αυτό, αλλά είναι μια μεγάλη αλήθεια. Πάντα κάποιοι ήθελαν να μας κλείσουν μέσα στο ιδεολογικό τους γκέτο, όπου θα μας υποχρέωναν να υπάρχουμε κάτω από όρους και κανόνες. Διαφωνούσαμε με την στρατευμένη τέχνη γιατί είναι ανελεύθερη και κλισαρισμένη, δε βλέπαμε θετικά καμιά προσπάθεια κανενός να μας εντάξει με το «έτσι θέλω» κάπου.

-Έχει περάσει μια εικοσαετία από τότε που ένα μέρος της γενιάς του ’80 κατέλαβε το Χημείο, ξεσηκώθηκε με τη Γενιά του Χάους και τραγούδησε το Ρέκβιεμ. Πώς βιώσατε εσείς αυτήν την εικοσαετία χωρίς τη Γενιά του Χάους;

 

Αυτό το ερώτημα έχει επίσης διττή απάντηση. Η Γενιά και έπαψε και δεν έπαψε να υπάρχει. Τι εννοώ μ’ αυτό: όταν κάτι έχει δημιουργηθεί από μέσα σου, αντλώντας από τη δική σου ενέργεια για να υπάρξει και να αποκτήσει υπόσταση, αποτελεί και θα αποτελεί ένα κομμάτι του εαυτού σου. Όλοι όσοι συμμετείχαν στη Γενιά κατά καιρούς έχουν βάλει ένα μέρος της ενέργειάς τους σ’ αυτή την οντότητα, η οποία είναι τελικά ένα καλειδοσκοπικό ον που υφίσταται μέσα στο χρόνο και στο χώρο. Δεν έχει πάψει να υπάρχει, σε συντροφεύει χωρίς να είναι εκεί. Είναι κάτι σαν την ανάσα σου. Ανασαίνεις χωρίς να συνειδητοποιείς πόσες ανάσες το λεπτό, την ώρα, την ημέρα, την εβδομάδα. Δεν μπορώ να σου πω αν είναι αυτή η εικοσαετία έτσι ή αλλιώς, γιατί όπως είπα, απ’ τη δική μου οπτική, η αναζήτηση είναι ένα μονοπάτι που δεν έχει τέλος. Οπότε η Γενιά είναι μέρος των αποσκευών που κουβαλάω προχωρώντας στο μονοπάτι που έχω διαλέξει. Σκέψου ότι πέρασαν χρόνια πριν ν’ ακούσω πάλι το cd. Και αυτό έγινε μετά από μια ασήμαντη αφορμή, κάτι μου θύμισε κάτι, κάποιος μου είπε κάτι, είχα ένα flashback, έναν συνειρμό. Δεν μπορώ να το πω νοσταλγία γιατί δε νοσταλγώ το παρελθόν, τουλάχιστον όχι το παρελθόν που έχω βιώσει πολύ έντονα και συνειδητά. Οπότε για μένα η Γενιά ήταν πάντα εκεί, μαζί μου. Κι επειδή είμαι άνθρωπος που δε συνηθίζω να λέω ποιος είμαι, δεν παρουσιάζω τα επιτεύγματά μου στους άλλους, είναι ακόμα πιο ουσιαστικά μαζί μου, γιατί δεν την προβάλλω, δε μ’ ενδιαφέρει να ξέρει ο άλλος ότι εγώ είμαι αυτός που έκανε τότε εκείνο. Την έχω ελευθερώσει από μένα, της έχω επιτρέψει να είναι ό,τι θέλει, και γι’ αυτό σου είπα ότι δεν μπορώ να πω τι ισχύει πραγματικά απ’ αυτά που λέγονται για τη Γενιά. Από τη μια γιατί δε μ’ ενδιαφέρει να ασχολούμαι, από την άλλη γιατί στην ουσία πολλές φορές νοιώθω να μιλάνε για κάτι που δεν είναι δικό μου. Δε μιλάνε για μένα, μιλάνε για κάποιο μέρος του εαυτού μου που έχει εξελιχθεί σε κάτι άλλο, σε ένα πολυδιάστατο σώμα. Αυτή η οντότητα είναι παντού και πουθενά. Είναι μέσα σε ανθρώπους που δεν περίμενες ποτέ να έχουν τέτοια ακούσματα και τέτοιες επιρροές, όπως δεν περίμενες να τους δημιουργεί αυτά που τους δημιουργεί εσωτερικά, για παράδειγμα το πώς λειτουργούν συνειρμικά οι στίχοι της Γενιάς σε σχέση με τη ζωή τους, τι τους φέρνουν στο μυαλό συγκεκριμένα τετράστιχα. Προσωπικά, δεν ταυτίζομαι με τα πράγματα που κάνω, τα δημιουργώ και τ’ αφήνω να είναι. Αποτραβιέμαι. Δε θέλω να τα βιώνω συνέχεια, είναι κουραστικό και εγκλωβιστικό. Στην ουσία, πιστεύω ότι αυτό είναι το κλειδί όλων των πραγμάτων: «say what you mean – mean what you say», να ξέρεις πως ό,τι έκανες, το εννοούσες. Ήσουν αυτό. Κατέθεσες την ψυχή σου μέσα εκεί, είναι μέρος της ζωής σου που εξελίσσεται με γεωμετρική πρόοδο μέσα σε χώρο και σε χρόνο.

-Νοιώσατε ότι αντιπροσωπεύσατε τη γενιά του χάους ως έννοια και όχι μόνο ως συγκρότημα; Σαν το συγκρότημα να ήταν το όχημα που σας έβγαλε μπροστά και μιλήσατε ως μέρος μιας γενιάς του χάους, δεδομένων των συνθηκών;

Αν εγώ έδινα τον ορισμό «γενιά του χάους» σε μια ομάδα ανθρώπων, θα έλεγα ότι είναι όσοι ζουν μια σκληρή, μεταβατική περίοδο της ανθρωπότητας, όπου όλες οι αξίες πλέον καταρρέουν και ο πρωτοφανής εκφυλισμός τους οδηγεί στο κυρίαρχο αυτή τη στιγμή αξίωμα «όλοι εναντίον όλων». Μέσα, ωστόσο, σ’ αυτές τις συνθήκες κάποιοι ψάχνουν ακόμα για κάτι ιδανικό, αληθινό και ουσιαστικό για να αντλήσουν δύναμη, για να αντέξουν, να μην παρασυρθούν, αλλά ούτε να αποσυρθούν. Να συνεχίσουν να είναι μέρος αυτού του σκηνικού ως εξατομικευμένες οντότητες, όχι ως μέλη ενός κοπαδιού που τρέχει σε αλλόφρονα κατάσταση όπου να’ ναι, όπως να’ ναι. Έτσι θα περιέγραφα αυτούς τους ανθρώπους. Έτσι βίωσα και τη δική μου γενιά και νομίζω ότι δεν απέχει πολύ η γενιά που είναι τώρα σε εφηβική ή μετεφηβική ηλικία, θεωρώ ότι οι ομοιότητες είναι περισσότερες από τις διαφορές. Τώρα, αν τους εκπροσωπήσαμε πραγματικά δεν το ξέρω. Ήμασταν σίγουρα μέρος αυτής της γενιάς. Αν θα είμαστε κάτι και για την επόμενη ή τη μεθεπόμενη δεν έχει σημασία, γιατί σου είπα ότι αυτό τελικά δεν είναι δικό μας. Μπορεί να γίνει κτήμα του καθενός. Δε διεκδικώ κάτι, η Γενιά είναι εκεί, όποιος θέλει την οικειοποιείται, την κάνει σημαία του, την ενθρονίζει, την εκθρονίζει, την υμνεί, τη χλευάζει. Το θέμα είναι, όσοι αναγνωρίζουν το έργο της Γενιάς, πώς το χρησιμοποιούν. Και κατ’ επέκταση, πόσο εποικοδομητικά χρησιμοποιούν το χρόνο ζωής που τους δόθηκε: αφήνουν κάτι πίσω τους που βοηθάει έναν άλλο άνθρωπο να ανασάνει, να αντλήσει μια λάμψη φωτός ή διαιωνίζουν το σκοτάδι, τη θλίψη και το άδικο;

-Είπες πριν ότι πιο πολλές είναι οι ομοιότητες ανάμεσα στις γενιές, του τότε και του σήμερα. Μιλάμε για μια «νέο-γενιά του χάους»; Μιλάμε για το «ποινικό αδίκημα που λέγεται ζωή»;

 

Ναι και όχι μόνο. Μιλάμε γι’ αυτό που οι λίγοι προσπαθούν να επιβάλλουν στους πολλούς. Μιλάμε για την υπερβολικά εγωπαθή στάση του ανθρώπου απέναντι σε όλα όσα υποτίθεται πως θεωρεί ιδανικά, για την νοσηρή υποκρισία του. Μιλάμε γι’ αυτό που θα έπρεπε να γίνεται και όλοι το γνωρίζουμε αλλά κανείς δεν το κάνει, σε μια κοινωνία που εκχυδαΐζεται όλο και περισσότερο. Δεν έχει υπάρξει κάποια δραματική διαφοροποίηση σ’ αυτό, ίσα-ίσα που τα πράγματα ολοένα χειροτερεύουν. Δηλαδή επικρατούν η ίδια υποκρισία και ο ίδιος φασισμός, δεν έχει σημασία αν τώρα τον ονομάζουμε «ανάγκη για ασφάλεια» ή «κράτος δικαίου». Σημασία έχει ότι ελάχιστοι καταπιέζουν πάρα πολλούς και τους εξωθούν σ’ ένα σημείο χωρίς διαφυγές, χωρίς εναλλακτικές, χωρίς διεξόδους. Και όσο τους εξωθούν εκεί, τόσο τα πράγματα θα γίνονται πολύ σκληρά για όλους. Αυτό ίσχυε πάντα. Στο παρελθόν έχει επαναληφθεί δεκάδες φορές και έχει οδηγήσει -ανάλογα με την ιστορική περίοδο, τις κοινωνικοπολιτικές συνθήκες και τις εθνικές ιδιοσυγκρασίες- κάπου, αλλά η μοναδικότητα αυτής της εποχής είναι ότι αυτό πλέον έχει παγκοσμιοποιηθεί ως τάση και ως πολιτική. Μιλάμε πλέον για δισεκατομμύρια ανθρώπων, οι οποίοι ζουν μόνο και μόνο για να παράγουν πλούτο για πάρα πολύ λίγους, για μερικές χιλιάδες. Αυτό είναι εκρηκτικό μίγμα από μόνο του. Είναι μια παρά φύση δυσαναλογία που θα οδηγήσει, αργά ή γρήγορα, στην ανατροπή. Αν δεχτούμε έναν από τους βασικούς συμπαντικούς κανόνες σύμφωνα με τον οποίο η ζωή σού δίνει αυτό που της έχεις ήδη δώσει, όταν λοιπόν έρθει η ώρα της επιστροφής του λογαριασμού θα είναι πολύ δύσκολα για όλους.

-Τα ναρκωτικά, ο θάνατος, το μεταφυσικό, η πυρηνική απειλή, η κοινωνία και ο ρόλος του ανθρώπου μέσα σ’ αυτή είναι μερικές από τις έννοιες που προσεγγίσατε μέσα από τους στίχους σας. Τις έννοιες αυτές μπορούμε ακόμα και σήμερα να τις παρατηρήσουμε γύρω μας, στην κοινωνία του 21ου αιώνα, είναι ορατές, δεν είναι εγκεφαλικές. Παρ’ όλα αυτά, αν φτιάχνατε σήμερα τη Γενιά του Χάους θα της δίνατε την ίδια διάσταση; Δηλαδή νοιώθετε να έχουν αλλάξει τα ερεθίσματα και ο προσανατολισμός ή έχουν παραμείνει ως είχαν;

 

Σήμερα αντιλαμβάνομαι ότι η ανθρωπότητα έχει πάρει την απόφασή της, έχει χαράξει τον δρόμο της. Δεν υπάρχει πια κάτι να πεις και να κάνει αίσθηση. Οι άνθρωποι βιώνουν τόσο ακραίες καταστάσεις που δύσκολα πλέον σοκάρονται. Ό,τι και να συμβεί σήμερα θα ξεχαστεί σύντομα γιατί θα συμβεί κάτι εξίσου ακραίο μετά από μια ώρα, δύο μέρες, μια εβδομάδα. Ο βομβαρδισμός είναι τόσο συνεχής και ανελέητος που μέχρι ν’ αφομοιώσεις το πρώτο χτύπημα έρχεται το επόμενο. Αυτό οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια σε μια ελλιπή αντίληψη της πραγματικότητας. Οι άνθρωποι τελικά αφομοιώνουν μόνο αυτά στα οποία επιλεκτικά εστιάζουν. Ακόμα λιγότερο ενδιαφέρονται να εμβαθύνουν, δηλαδή να διασταυρώσουν και να επεξεργαστούν την πληροφορία. Με τον ίδιο τρόπο καταναλώνεται και η μουσική. Αυτή τη στιγμή στο διαδίκτυο βρίσκονται χιλιάδες terabytes μουσικής, που, ως προϊόντα κατανάλωσης πλέον, δε δημιουργούν καμία συγκεκριμένη αίσθηση. Γενικά η τέχνη έχει φτάσει σε οριακό σημείο κορεσμού. Μπορείς να ανοίξεις οποιοδήποτε site και να χορτάσει το μάτι και το αυτί σου ερεθίσματα -λόγου, ήχου, εικόνας- όσο αχόρταγα κι αν είναι. Το κριτήριο του τι είναι τελικά τέχνη έχει αμβλυνθεί. Βιώνουμε μια μεταβατική, πολύ ιδιαίτερη ιστορικά περίοδο. Αυτά που κάποτε είχαν αξία, δεν έχουν πια. Ιδέες που κάποτε μπορούσαν να πυροδοτήσουν ολόκληρα κινήματα στη διεκδίκηση μιας άλλης κοινωνίας, δεν ισχύουν πια. Και αυτό γιατί οι ίδιοι οι διεκδικητές παραμένουν εγκλωβισμένοι σε παρωχημένες και άκυρες μεθόδους διεκδίκησης. Και για να επανέλθω στη μουσική -το πεδίο δράσης που έχω επιλέξει- και να απαντήσω συγκεκριμένα στην ερώτησή σου, η Γενιά είναι παιδί της εποχής της. Σήμερα, ο δρόμος που για μένα διατηρεί ακόμα την αίσθηση του νέου, του γόνιμου, του αναπάντεχου είναι πιο εσωτερικός, αλλά και πιο δύσβατος. Από την εποχή της Γενιάς έχουν διευρυνθεί τόσο οι αντιλήψεις μου όσο και οι μουσικοί μου ορίζοντες. Τώρα δημιουργώ με διαφορετικά εκφραστικά μέσα και επικοινωνώ με διαφορετικό μουσικό και στιχουργικό λεξιλόγιο. Ο πυρήνας του μηνύματος παραμένει ο ίδιος, μόνο που τα υπαρξιακά ερωτήματα φτάνουν σε πολύ βαθύτερα επίπεδα, κάποιες φορές αγγίζουν μέχρι και την απάντησή τους.

 

-Στο Χωρίς Κανόνα είχες πει ότι με το μήνυμα των στίχων ασχολήθηκαν περισσότερο άτομα που δεν ανήκαν στο χώρο του πανκ. Τελικά η γεύση που σας έμεινε από τους τότε εναλλακτικούς χώρους ποια ήταν;

Κανένας χώρος, απ’ το πεζοδρόμιο μέχρι τα πανεπιστήμια, δεν μπορεί να διεκδικεί την πρωτοκαθεδρία ως εκκολαπτήριο σοφών και ελεύθερα σκεπτόμενων ανθρώπων. Ούτε η προσκόλληση στους κόλπους ενός χώρου δεν μπορεί να είναι αυτοσκοπός για να εκπληρώνεται η ανάγκη του καθενός να ανήκει κάπου. Η αλήθεια είναι ότι όλοι χρησιμοποιούμε τους χώρους για να πάρουμε μαθήματα και να αντλήσουμε εμπειρίες. Το σημαντικό είναι όμως να αντιλαμβανόμαστε πότε η διαδρομή μας σε αυτούς ολοκληρώνεται. Όταν η δυναμική των χώρων εξαντλείται, ακολουθούν επαναλήψεις, πολλές φορές επικίνδυνες. Οι άνθρωποι, ξέρεις, θέλουν συνήθως να παραμένουν στο οικείο, φοβούνται να υποβάλλουν τις ιδέες τους σε δοκιμασία, «αρνούνται να εξελιχθούν» όπως έχω γράψει στο Για τώρα και για πάντα. Και αυτά δεν στα λέει ένας «weekend warrior», αλλά κάποιος με μακρόχρονη, προσωπική εμπειρία. Η σχέση μας με τους εναλλακτικούς χώρους της εποχής δεν ήταν «πλατωνική», δώσαμε τις μάχες μας στους δρόμους διεκδικώντας έμπρακτα αυτά που διεκδικούσαμε με τα τραγούδια μας.

-Σαν σύνολο η Γενιά του Χάους σήμερα, κατά την αντίληψή της, ποιος πιστεύει ότι είναι ο «επιθανάτιος ρόγχος» αυτής της γενιάς;

Αυτό που ισχύει σήμερα είναι, όπως είπα, το «όλοι εναντίον όλων». Αυτό είναι το ισχυρότερο δηλητήριο που μπορεί να δεχτεί ο κατά βάση κοινωνικός άνθρωπος, τόσο σε διανοητικό όσο και σε συναισθηματικό επίπεδο. Η κοινωνία είναι πλέον κατακερματισμένη και επικρατεί ένας σκοτεινός νεοφασισμός, διάχυτος παντού. Σήμερα η έννοια «κράτος» στην ουσία δηλώνει μια συμμορία καιροσκόπων με σύνθημά τους την υλική αρπαγή και την εξαπάτηση του λαού -του οποίου η πολιτική συνείδηση προσδιορίζεται μέσα από το προσωπικό βόλεμα. Αυτή η γενιά ζει σε μια κοινωνία όπου επικρατεί η φαυλότητα και η χυδαιότητα, η υποκρισία και το ψέμα, ζει σε μια χώρα-προάστιο της Ευρώπης όπου οι συνταγματικοί νόμοι εφαρμόζονται κυρίως στους φτωχούς, των οποίων τα δικαιώματα καταπατούνται με θρασύτητα στο όνομα της Δημοκρατίας και εξανεμίζονται στο όνομα του Θεού. Οι μοναδικές φωνές ανθρωπιάς και αλληλεγγύης ακούγονται πλέον από μη-κρατικές οργανώσεις και ομάδες, που δυστυχώς είναι λίγες και σχεδόν αδύναμες να αλλάξουν κάτι ή να νικήσουν το άδικο. Βέβαια, η πικρή αλήθεια είναι ότι όλοι οι λαοί έχουν τις κυβερνήσεις που τους αξίζουν. Οι Έλληνες είναι θύματα της προπαγάνδας που τους φούσκωσε τα μυαλά με εθνικιστικές ψευτιές, προβάλλουν κομπλεξικά την υπεροψία τους έναντι των άλλων λαών, όταν την ίδια στιγμή είναι δουλοπρεπείς απέναντι σε κάθε μορφή εξουσίας. Ο δε άνθρωπος ζει αποξενωμένος, και την αποξένωσή του δε θα την τοποθετήσω μόνο στο κοινωνικό της πλαίσιο, αλλά και στο προσωπικό, δηλαδή είμαστε από τη μια κοινωνικά αποξενωμένοι για πολλούς λόγους, είμαστε όμως αποξενωμένοι και από εμάς τους ίδιους, δεν μπορούμε να επικοινωνήσουμε, να συναντηθούμε με τους εαυτούς μας. Πάρα πολλοί άνθρωποι βιώνουν έντονα ψυχολογικά προβλήματα και καταφεύγουν σε ψυχιάτρους για να αντιμετωπίσουν ζητήματα που, αν είχαν μάθει να καλλιεργούν διάλογο με τον εαυτό τους και τους γύρω τους, καλή θέληση με τον εαυτό τους και το περιβάλλον τους, θα τα έλυναν μόνοι τους. Οι άνθρωποι δεν έχουν εμπιστοσύνη σε τίποτα, δεν ξέρουν ποιοι είναι, δεν ξέρουν πώς να χειριστούν το περιβάλλον μέσα στο οποίο ζουν, οπότε, στην καλύτερη περίπτωση που δεν αντιδρούν αυτοκαταστροφικά, οδηγούνται σε μία αρνητική και αμυντική στάση, με αποτέλεσμα να τους φταίνε όλοι οι άλλοι. Αφήνονται σ’ ένα βίαιο φαύλο κύκλο φόβου και μίσους, όπου οι ανισορροπίες γίνονται πλέον κλινικές περιπτώσεις. Κοινωνικά τουλάχιστον, αυτό είναι ένα σημείο που θα έπρεπε να έχει χτυπήσει τις καμπάνες του κινδύνου εδώ και καιρό, αλλά όπως σ’ αυτή τη χώρα κατά κανόνα συμβαίνει, η αδιαφορία επικρατεί. Κάποια στιγμή όμως τα μαζικά φαινόμενα θα είναι ανεξέλεγκτα.

-Στο πρόσωπό σου βλέπω τη Γενιά του Χάους, αλλά συγχρόνως και μια οργισμένη εξέγερση που στιγμάτισε τη δεκαετία του ’80, με πορείες, καταλήψεις, τη «Σοφίτα», τον «Πήγασο» και συνάμα ένα σχέδιο φίμωσης των κραυγών αντίρρησης. Εσύ στο δικό μου πρόσωπο τι αντικρίζεις; Μια οργισμένη νεολαία ή ένα υπνωτικό καπιταλιστικό λούνα παρκ;

Πιστεύω ότι δεν υπάρχουν κλισέ που να προσδιορίζουν οποιεσδήποτε κατηγορίες ανθρώπων ή ηλικιακές ομάδες. Για μένα υφίσταται το ίδιο, διαχρονικό, πρόβλημα: η ανεπάρκεια των ανθρώπων απέναντι στις «ιδέες». Τί εννοώ μ’ αυτό; Αν θεωρήσουμε πως η επαναστατικότητα της δικής μου γενιάς απέτυχε να επιφέρει συγκεκριμένες αλλαγές, δε φταίει καμιά ιδέα. Δε φταίει ο αναρχισμός αν δεν ερμηνεύεται ως μια συμπαγής πολιτική πρόταση αυτή τη στιγμή, δεν φταίει ο σοσιαλισμός, δεν φταίει τίποτα απ’ όλα αυτά. Η ουσία είναι ο άνθρωπος, που είναι ανεπαρκής και ανίκανος να δεχτεί και να εφαρμόσει τις όποιες προοδευτικές ιδέες χωρίς να είναι φανατικά υποταγμένος σ’ αυτές. Αυτός ο φανατισμός είναι το αιώνιο πρόβλημα στην ιστορία της ανθρωπότητας, οι «πιστοί» και οι «άπιστοι». Πάντα υπάρχουν άνθρωποι που θέτουν συγκεκριμένα πεδία ιδεών, που ναι μεν είναι προσιτά, αλλά ταυτόχρονα σου ζητάνε να παραμερίσεις τον εγωισμό σου για να τα πλησιάσεις. Όταν το «εγώ» είναι το πρίσμα μέσα από το οποίο προσεγγίζεις την όποια ιδέα, η ιδέα απομακρύνεται από σένα. Την οικειοποιείσαι, πιστεύεις ότι έχεις αποκτήσει μια ταυτότητα -γιατί αυτό τελικά αναζητάς πάνω απ’ όλα- αλλά το πνεύμα της έχει απομακρυνθεί από σένα. Ο Χριστιανισμός είναι ένα απτό ιστορικό παράδειγμα. Στο όνομα του Χριστού, έχουν γίνει θηριωδίες με εκατόμβες θυμάτων. Το «ο έχων δυο χιτώνας μεταδότω τω μη εχοντι» δεν έχει καμιά σχέση με τον υπέρογκο πλούτο που έχει συσσωρεύσει η εκκλησία στο όνομά Του. Θα μπορούσα να αναφέρω δεκάδες ανάλογα παραδείγματα για κάθε -ισμό. Η ιδέα δεν αφορά μόνο στην πολιτική, ιδέα είναι και η οικογένεια: πολλοί άνθρωποι παντρεύονται σήμερα και κάνουν παιδιά, αλλά λίγοι κατορθώνουν να φτάσουν στον πυρήνα της ιδέας της οικογένειας, αφού τη φορτώνουν με τα δικά τους απωθημένα. Δεν έχουν κοιτάξει ποτέ μέσα τους να καθαρίσουν το προσωπικό, εσωτερικό περιβόλι τους, που γεμάτο αγριόχορτα και ζιζάνια, δεν μπορεί να παράγει άλλο παρά άρρωστους καρπούς. Κοιτάμε γύρω μας και λέμε με στόμφο: τι είναι αυτό το αίσχος! Ο καθρέφτης μας είναι, τον εαυτό μας κοιτάμε. Όλοι έχουμε συνεισφέρει για να γίνει αυτό έτσι όπως είναι, κανείς δεν μπορεί να δηλώσει αθώος. Σήμερα, για παράδειγμα, μπορείς να πιστεύεις ότι χτυπάς τις πολυεθνικές αγοράζοντας φτηνά ρούχα απ’ τους Κινέζους, αλλά ξεχνάς, θες να ξεχνάς, ότι τα ρούχα αυτά τα φτιάχνουν άνθρωποι με μηδαμινά δικαιώματα, σκλάβοι σε άθλια μπουντρούμια που ονομάζονται βιοτεχνίες και εργοστάσια. Εσύ όμως φοράς φτηνά ρούχα. Και; Τι είσαι; Αντικομφορμιστής; Αντικαπιταλιστής; Ποιον κοροϊδεύεις; Η μοναδική απολυτότητα αυτού του οικοδομήματος είναι η σχετικότητά του και, είτε θέλουμε να το παραδεχτούμε είτε όχι, όλοι συνεισφέρουμε στη συντήρησή του, πολλές φορές με τρόπους που ούτε καν συνειδητοποιούμε.

-«Για μένα underground δεν είναι μόνο οι αναρχικοί ή οι πανκς. Στον ορισμό αυτό ανήκουν όλα αυτά τα άτομα, ανεξαρτήτως ηλικίας που ζουν έξω από τα κοινωνικά πλαίσια», είπες στο Χωρίς Κανόνα. Υπάρχει σήμερα αυτό που λέμε underground;

Για όσο ακόμα θα κυριαρχεί το καπιταλιστικό σύστημα, η δομή του οποίου οδηγεί στον αποκλεισμό μεγάλων κοινωνικών ομάδων, το underground θα υπάρχει. Στον καπιταλισμό είναι «θεμιτό» και «δικαιολογημένο» να υπάρχουν απόκληροι, περιθωριοποιημένοι, που ζουν στις παρυφές της κοινωνίας. Underground θα χαρακτήριζα τους άστεγους, τους τσιγγάνους, τους μετανάστες, τους πρόσφυγες, όλους εκείνους που δεν έχουν πρόσβαση σε συνθήκες ζωής που για άλλους θεωρούνται δεδομένες. Αυτοί είναι η μια κατηγορία, η άλλη αφορά εκείνους που επιλέγουν να αποστασιοποιηθούν και να εμπλακούν όσο το δυνατόν λιγότερο σε αυτό το παιχνίδι της επιβίωσης κάτω από συγκεκριμένους όρους. Η πρώτη κατηγορία δεν έχει πολλά περιθώρια επιλογής, η δεύτερη έχει και οι επιλογές της πιστεύω προκύπτουν από την ιδεολογική τους τοποθέτηση. Εξάλλου, είναι λάθος να συνδέουμε την έννοια αυτή μόνο με την μουσική, ειδικά στην Ελλάδα όπου η κυριαρχία της οικογένειας είναι τόσο έντονη και ο «απογαλακτισμός» των νέων έρχεται πολύ αργότερα από την μετεφηβική τους ηλικία. Ωστόσο, για όλους μας πλέον η επιβίωση είναι δύσκολη υπόθεση και με τις παρούσες οικονομικές συνθήκες πολλοί άνθρωποι  εξωθούνται στο περιθώριο, κάτι που απ’ ό,τι φαίνεται δεν έχουμε δει ακόμη στις πραγματικές του διαστάσεις.

-Υπήρξε μια φήμη ότι το ’97 είχατε κάνει ένα reunion και μάλιστα ότι παίξατε σε μια συναυλία παρουσιάζοντας στο κοινό και ένα καινούργιο κομμάτι. Τι ακριβώς είχε γίνει τότε;

Η τελευταία μας συναυλία δόθηκε το ’89. Το ’97 ξαναβρεθήκαμε με τον Κώστα Χατζόπουλο, τον Δημήτρη Παππά, που ήταν ο δεύτερος κιθαρίστας στο Ρέκβιεμ, και τον Λεωνίδα Παπαδόπουλο, που έπαιζε μπάσο -έπαιξε και στους Stress τότε που είχαν κάνει ένα live στη Villa Αμαλίας- και προσπαθήσαμε να κάνουμε ένα σχήμα. Είχαμε ηχογραφήσει κάποια κομμάτια σ’ ένα στούντιο, αλλά δεν παίξαμε ποτέ, πουθενά, δεν είχαμε καν όνομα. Ήμασταν τρία μέλη της Γενιάς και έγιναν κάποιοι πειραματισμοί που δεν οδήγησαν κάπου. Απλά επειδή εγώ έγραφα πάντα τους στίχους, εντυπώθηκε στον κόσμο ότι επρόκειτο για reunion. Η Γενιά ιστορικά έχει τελειώσει το ’89. Υπάρχει επίσης ένα κομμάτι που γράφτηκε εκείνη την περίοδο στιχουργικά, Τα Λόγια, αλλά δεν προλάβαμε να το μελoποιήσουμε γιατί διαλυθήκαμε, το μελoποιήσαμε όμως τώρα και θα το παρουσιάσουμε. Είναι στην ουσία οι τελευταίοι στίχοι που έγραψα όταν η Γενιά υπήρχε ακόμα σαν μπάντα. Αλλά όχι, ούτε reunion έγινε ποτέ, ούτε live.

-Στις 24 και 25 του Απρίλη όμως η Γενιά του Χάους ανεβαίνει στη σκηνή του Gagarin για ένα διήμερο live μετά από είκοσι χρόνια. Είχες πει στη συνέντευξη στο Χωρίς Κανόνα «ούτε πρόκειται να ξαναχρησιμοποιήσουμε το όνομα Γενιά του Χάους. Αυτό θα ήταν μεγάλη υποκρισία εκ μέρους μας». Μήπως υπάρχει ασυνέπεια σ’ αυτό που είχε ειπωθεί τότε, με ποιο σκεπτικό αποφασίσατε να ανεβείτε πάλι στη σκηνή ως Γενιά του Χάους; Αισθάνεστε ότι τότε με τη διάλυσή σας αφήσατε ανοιχτούς λογαριασμούς και επιστρέφετε τώρα για να τους κλείσετε;

Αυτό το ερώτημα είναι ορθό. Μπορώ να σου αναλύσω το σκεπτικό. Όπως σου είπα διαλύσαμε κάτω από πολύ περίεργες συνθήκες, υπήρχε από τη μια ένας εξωτερικός εξαναγκασμός που οδήγησε στη διάλυσή μας και από την άλλη η δική μας συνέπεια ως προς το τι νοιώθαμε και τι θα επιτρέπαμε να γίνει. Σήμερα, μετά από χρόνια, γνωρίζοντας ότι το υλικό που αφήσαμε πίσω μας έχει μια πολύπλευρη δυναμική που ποτέ δεν αναδείχθηκε -γιατί ναι μεν οι στίχοι μας ακούστηκαν και ακούγονται, αλλά η μουσική μας ποτέ δεν έφτασε σε ένα επιθυμητό επίπεδο- το προσεγγίζουμε ξανά με σκοπό να το «αποκαταστήσουμε». Τότε δεν είχαμε ούτε τα χρήματα, ούτε τη τεχνογνωσία, ούτε τα μέσα. Ήταν τυφλή εποχή, δεν υπήρχε βοήθεια από πουθενά και μας άφησε μια αίσθηση ανεκπλήρωτου. Σκέψου ότι η πρώτη κοπή του ομώνυμου άλμπουμ ανακλήθηκε με ανακοίνωση λίγο μετά την κυκλοφορία της λόγω πολύ κακής ποιότητας. Αλλά και στη δεύτερη κοπή το ηχητικό αποτέλεσμα παρέμεινε «θολό». Όσο για το Ρέκβιεμ, κάναμε δύο remix σε δύο διαφορετικά στούντιο, χωρίς και πάλι να πετύχουμε το επιθυμητό αποτέλεσμα. Το καλοκαίρι τού 2007 εμφανίζεται ξαφνικά μετά από χρόνια ο Άκης, πραγματοποιείται η πρώτη συνάντηση των τριών μας και μέσα από αυτή την αναθέρμανση της σχέσης μας ξεπηδά η ιδέα μιας νέας συνεργασίας. Παράλληλα, εδώ και δύο χρόνια υπήρχε στο προφίλ της Γενιάς στο Myspace έντονη προτροπή του κόσμου για ζωντανές μας εμφανίσεις. Πριν καν αποφασιστεί οτιδήποτε, ξεκινήσαμε να δουλεύουμε το υλικό για να δούμε πώς αυτό θα ακουγόταν σήμερα. Μας πήρε πολύ χρόνο. Δοκιμάσαμε τρεις ντράμερ πριν καταλήξουμε στον εξαιρετικό Μπάμπη Πετσίνη των Sleeping Pillow, ο οποίος έρχεται απ’ τη Θεσσαλονίκη για τις πρόβες.
Σήμερα ξέρουμε πάρα πολύ καλά τι θέλουμε απ’ αυτό το υλικό. Σκοπός του live τελικά είναι να ξανασυναντήσουμε το γνωστό και το άγνωστο κοινό μας, να του προσφέρουμε μια συναυλία όσο το δυνατόν αρτιότερη ηχητικά και αισθητικά, κάτι που πάντα μας απασχολούσε, γιατί η Γενιά για μας είναι πάνω απ’ όλα τέχνη, δεν είναι μόνο ξόδεμα συναισθηματικό ή ενεργειακή εκτόνωση. Θέλουμε να το υποστηρίξουμε απ’ όλες τις πλευρές, και μάλιστα σκοπεύουμε να το ηχογραφήσουμε, να το βιντεοσκοπήσουμε και να το προσφέρουμε στον κόσμο δωρεάν μέσω διαδικτύου. Υπάρχει και το ενδεχόμενο, το οποίο δεν ξέρουμε αν θα ευοδωθεί γιατί έχει ένα κόστος που δεν γνωρίζουμε αν θα μπορέσουμε να υποστηρίξουμε, να κυκλοφορήσει από εμάς μια συλλεκτική έκδοση σε dvd. Όλο αυτό νοιώθουμε ότι το οφείλουμε στη Γενιά και όχι στους εαυτούς μας.

-Το διπλό live έρχεται σε μια αρκετά ταραγμένη εποχή για την ανθρωπότητα, αλλά και ειδικότερα για την Ελλάδα. Από την μια η οικονομική κρίση, η κρατική δυσκαμψία και αναλγησία και από την άλλη η δολοφονία Γρηγορόπουλου με την μετέπειτα ανεξέλεγκτη κατάσταση στην Ελλάδα, μια υπόθεση παρεμφερής με τη δολοφονία Καλτεζά το 1985 και τα γεγονότα του Χημείου που ακολούθησαν. Η συναυλία είχε ήδη προγραμματιστεί πριν τα γεγονότα ή την επισπεύσατε γιατί νοιώθετε ότι ήρθε ο καιρός να επέμβετε μ’ αυτόν τρόπο, να χορέψετε όχι pogo, αλλά έναν τελευταίο «χορό της σιωπής»;

Το live δεν έχει καμιά σχέση με τα γεγονότα, πραγματοποιείται σε μια χρονική συγκυρία που αφορά εμάς. Το χρονικό σημείο του Απρίλη τέθηκε ως ένα deadline, γιατί αυτό πρέπει κάποτε να ολοκληρωθεί, αφού όταν διανύεις μια δύσκολη διαδρομή υπάρχει ο κίνδυνος να το αναβάλεις επ’ αόριστον. Απ’ τη στιγμή που βρήκαμε τον ντράμερ που αναζητούσαμε, θέσαμε ένα χρονικό σημείο, κάτι που δεν θεωρώ καθόλου τυχαίο αφού η Γενιά γεννήθηκε Πάσχα του 1982 …

-Ο Κώστας είχε πει στην ίδια συνέντευξη στο Χωρίς Κανόνα «ποτέ όπως μας θέλουν, ποτέ εκεί που μας θέλουν, ποτέ αυτό που περιμένουν.» Το live είναι μια πραγματικότητα, ίσως όμως πολλοί να μην περίμεναν ποτέ να σας δουν στο Gagarin. Τί σας οδήγησε σ’ αυτήν την επιλογή χώρου και αντιτίμου των 15€;

Ο Κώστας στην ουσία μ’ αυτή του τη φράση εκφράζει τη σχέση της Γενιάς με την τέχνη. Εμείς ποτέ δεν αντιληφθήκαμε την τέχνη μέσα από κλισέ. Η επιλογή του συγκεκριμένου χώρου υπαγορεύτηκε από την ανάγκη μας να παρουσιάσουμε το υλικό μας όπως πιστεύουμε ότι του αξίζει. Είναι ένας χώρος όπου εμείς τουλάχιστον μπορούμε να σταθούμε χωρίς να νοιώθουμε ότι παίζουμε σ’ ένα σκυλάδικο ή σ’ ένα οποιονδήποτε ανοιχτό χώρο όπου δεν ακούγεται τίποτα. Αν θες είναι και η δική μας άρνηση σε όσους λένε «ελάτε να παίξετε οπουδήποτε». Δε θέλουμε να παίξουμε οπουδήποτε, έχουμε παίξει «οπουδήποτε» δεκάδες φορές. Φαντάσου ότι παίζαμε από μνήμης γιατί δεν ακούγαμε τίποτα πάνω στη σκηνή, απλά ήμασταν πολύ δεμένη μπάντα γιατί κάναμε πολλές πρόβες και πολλά lives, οπότε συντονιζόμασταν με κλειστά μάτια. Αλλά στις 8 από τις 10 συναυλίες δεν ακούγαμε τίποτα. Κι άλλα γκρουπς εκείνης της εποχής να ρωτήσεις, το ίδιο θα σου πουν. Δεν υπήρχε ήχος, το κοινό από κάτω άκουγε μόνο θόρυβο. Τα 15€ εισιτήριο, που για μένα είναι αστείο ποσό σήμερα, πιστεύω και για πάρα πολύ κόσμο που σκέφτεται λογικά, καλύπτουν την έξτρα ηχητική εγκατάσταση που χρειαζόμαστε, τη βιντεοσκόπηση, την ηχογράφηση και το live internet broadcast. Ρισκάρουμε, δουλεύοντας επί δεκαοκτώ μήνες και έχοντας επενδύσει όλο μας τον ελεύθερο χρόνο, που είναι ελάχιστος. Αυτό είναι κάτι που φυσικά δεν περιμένουμε να μας δοθεί πίσω με χρήμα. Όταν τόσο καιρό αυτό είναι μόνιμα μέσα σου, ασχολείσαι μαζί του και παραμερίζεις πάρα πολλά άλλα εξίσου ζωτικά πράγματα, δεν υπολογίζεις τι θα πάρεις, είναι άτοπο.

-Πώς και δεν επιλέξατε το ενδεχόμενο μιας ανοιχτής συναυλίας, εννοώ σε ανοιχτό χώρο;

Για ανοιχτή συναυλία κανείς δεν μας νοίκιαζε ηχητικό εξοπλισμό χωρίς πολύ υψηλές οικονομικές εγγυήσεις και προκαταβολές, γιατί ήξεραν ότι δε θα τον πάρουν πίσω ακέραιο. Και μιλώντας για εξοπλισμό, δεν εννοούμε τα όποια μισοδιαλυμένα μηχανήματα, αλλά αυτά που εμείς χρειαζόμαστε για να βγάλουμε αυτό που θέλουμε να δοθεί επιτέλους στο κοινό. Οπότε ήταν μονόδρομος για μας το Gagarin. Θέλουμε να ακουστεί επιτέλους κάτι, πιστεύουμε ότι το κοινό μας θα το εκτιμήσει.

-Το επερχόμενο live δημιούργησε ένα έδαφος μακροσκελών διαπληκτισμών και αρνητικών σχολίων σε διάφορα forums, αλλά και στο Myspace προφίλ της Γενιάς. Ποια ήταν η πρώτη σας αντίδραση διαβάζοντας τέτοιου είδους σχόλια;

Τα σχόλια αυτά μας απασχόλησαν μόνο στην αρχή, γιατί σύντομα συνειδητοποιήσαμε ότι πρόκειται για λίγες, μεμονωμένες περιπτώσεις. Εξάλλου, κάθε αρνητική αντίδραση ακολουθούσαν δεκάδες θετικές και ενθαρρυντικές για εμάς απόψεις.

-Στην αρχή της κόντρας για το live είχατε αφήσει δημοσιευμένα τέτοιου περιεχομένου σχόλια στο Myspace προφίλ της Γενιάς, και εσύ Θοδωρή απάντησες από το προσωπικό σου προφίλ Anoptron με ένα γραπτό κείμενο. Παρ’ όλα αυτά σήμερα αν κοιτάξει κανείς δε θα τα βρει, τα έχετε διαγράψει. Θελήσατε να μην εμπλακείτε άλλο ή απαξιώνετε το γεγονός;

Καταλάβαμε τελικά ότι το να δίνεις χώρο στην παράλογη αρνητικότητα και στο φανατισμό δεν έχει κανένα νόημα. Γιατί να το κάνεις; Γιατί να υφίστασαι αυτήν την αρρωστημένη στάση ορισμένων απέναντι σε όλα; Έχουμε χορτάσει ψυχολογική βία και ασυνάρτητη σκέψη σ’ αυτή τη χώρα, όχι άλλο, ευχαριστούμε.

-Αν ωστόσο σου ζητούσα να ερμηνεύσεις αυτές τις έστω μεμονωμένες αντιδράσεις, γιατί ήταν πραγματικά πολύ επιθετικές, τι θα έλεγες;

Στην ουσία έχεις να κάνεις με την ψυχολογία της μάζας, με την ανάγκη να σε σταυρώνουν, όπως και να σε λατρεύουν. Φέρονται σαν απρόσωπος όχλος που αντιδρά με τον ίδιο τρόπο όπως στα πολιτικά δρώμενα: οι πολιτικοί τους σκίζουν, τους κλέβουν και τους εμπαίζουν για μια τετραετία, αλλά στα προεκλογικά μπαλκόνια, ο ίδιος όχλος τούς προσκυνάει από κάτω κουνώντας σημαιάκια. Η Γενιά δεν ζήτησε ούτε διεκδίκησε ποτέ θρόνο στην ελληνική ροκ σκηνή ούτε δίπλωμα ευρεσιτεχνίας ενός όποιου σκληρού ήχου. Δε θεώρησε τον εαυτό της πανκ, δε θεώρησε τον εαυτό της hardcore, δε θεώρησε τον εαυτό της τίποτα. Αν ηχογραφούσαμε άλλους δύο δίσκους, θα ήταν εξίσου διαφορετικοί. Αλλά υπάρχουν αυτοί που θέλουν να σε τοποθετήσουν κάπου, δεν σε ρωτάνε, είναι δική τους απόφαση, αφορά μόνο αυτούς, είναι ο δικός τους μικρόκοσμος, κι αν δεν κάνεις αυτό που θέλουν θα σε φτύνουν, θα σου πετάνε λάσπη. Εγώ έχω να τους δώσω το εξής μήνυμα που έχει να κάνει με το εξώφυλλο του cd που περιέχει και τους δύο δίσκους μαζί. Το σύμβολο του κρεμασμένου κλόουν σημαίνει ότι δεν είμαστε διασκεδαστές σου/σας ή οποιουδήποτε, τον κρεμάσαμε τον διασκεδαστή προ-πολλού, δεν είμαστε οι κλόουν σας. Αυτή είναι η στάση μας απέναντι στη ζωή και στην τέχνη.

-Ποια θα είναι η σύνθεσή σας;

Η σύνθεση είναι ο Κώστας Χατζόπουλος στην κιθάρα, ο Άκης Αμπράζης στο μπάσο και ο Μπάμπης Πετσίνης στα ντραμς.

-Υπάρχει πιθανότητα να επανακυκλοφορήσει το υλικό, δηλαδή οι δύο δίσκοι;

Δεν εξαρτάται από εμάς. Τα δικαιώματα τα έχει η “Wipe Out”, η οποία αν θέλει να επανεκτυπώσει το cd, θα το κάνει.

-Στο προφίλ της Γενιάς ανεβάσατε το τραγούδι Έντιμος Πολίτης. Είναι καινούριο ή απλά δεν έχει μπει σε κάποιο δίσκο;

Είναι παλιό, του ’84. Υπήρχε, απλά δεν μπήκε σε δίσκο.

-Ποια είναι η πρώτη μνήμη που σου έρχεται στο μυαλό από τη Γενιά του Χάους της δεκαετίας του ’80, και ποιους στίχους θα διάλεγες ως υπότιτλο της ιστορίας του γκρουπ;

Δύσκολη επιλογή. Μία από τις πιο δυνατές στιγμές που πιστεύω ότι θα θυμάμαι πάντα είναι η ανταπόκριση του κόσμου σε μια από τις τελευταίες μας συναυλίες το ’89 στο «Ρόδον» ως support στους Ολλανδούς Ex, και συγκεκριμένα στο κλείσιμο του Κραχ, του κομματιού που τελειώνει με τον στίχο «είναι που κανείς δε σέβεται τον εαυτό του». Ήταν ένα συναίσθημα μοναδικό. Οι στίχοι είναι ένα εξίσου ιδιαίτερο θέμα, γιατί για μένα είναι όλοι ένα. Θα ξεχώριζα όμως το Δόγμα κι αυτό γιατί αποτελεί τομή: είναι ένα σημείο από όπου ξεκινώ να αντιλαμβάνομαι κάτι διαφορετικό, ένα σημείο όπου έχω την επίγνωση του τέλους αυτής της διαδρομής, κάτι καθαρά διαισθητικό. Γράφω το Δόγμα νοιώθοντας πως ο κύκλος κλείνει, «σφίγγουμε τα δόντια, προχωράμε μπροστά», και αυτή η αίσθηση συνοδεύεται από πολλή δύναμη, αλλά και θλίψη. Βέβαια, κάθε κομμάτι έχει τη δική του ιστορία, είναι εμπνευσμένο από συγκεκριμένα ερεθίσματα, κάτω από ξεχωριστές συνθήκες. Είναι ένα σημείο το κάθε κομμάτι, δηλώνει ένα σταθμό στην όλη διαδρομή.

– Θα ήθελες να προσθέσεις κάτι τελευταίο στα όσα είπαμε;

Μπορώ να σου πω πολύ ειλικρινά ότι αν ένοιωθα ότι δεν μπορούμε να υποστηρίξουμε το πνεύμα της Γενιάς δε θα προχωρούσα. Δεν πρόκειται για αναβίωση, ούτε reunion, απλά για επαναπροσέγγιση μιας από τις σημαντικότερες σελίδες της ζωής μας. Δουλεύοντας το υλικό τους τελευταίους δεκαοκτώ μήνες, ζήσαμε την αφύπνιση ενός καταιγισμού αναμνήσεων: συγκλονιστικής άγριας χαράς, δημιουργικής έντασης, βίαιης οργής, βουβής θλίψης. Η Γενιά είναι για εμάς το «όχημα» που μας οδήγησε στη ζωή και στους εαυτούς μας. Για μένα, είναι μια από τις εμπειρίες που πλούτισαν τον εσωτερικό μου κόσμο και κατ’επέκταση τη ζωή μου. Νοιώθω πολύ τυχερός που τα μονοπάτια μας συναντήθηκαν και καταφέραμε να δημιουργήσουμε αυτή την οντότητα. Ανεξάρτητα από το πού θα βρεθούμε την επόμενη μέρα του live, γνωρίζω πως σε όλη μου τη ζωή θα είμαι ευγνώμων για την ευκαιρία που μου δόθηκε μέσα από τη Γενιά του Χάους.

Επίσημη Σελίδα
www.myspace.com/geniatouchaous